<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-6126784924047014371</id><updated>2012-02-16T19:30:57.793-08:00</updated><title type='text'>Alexandros Papanis</title><subtitle type='html'></subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>Δρ. Αλέξανδρος Παπάνης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14387444323366524626</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='30' src='http://4.bp.blogspot.com/_aMH3uwQ9geM/SsEoryw5D_I/AAAAAAAAABg/OLQ43IaXIZc/S220/IMG_0119.JPG'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>17</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6126784924047014371.post-5655018696237390086</id><published>2009-11-04T07:58:00.000-08:00</published><updated>2009-11-04T08:06:04.618-08:00</updated><title type='text'>Η  σημασία της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης στην Ευρώπη</title><content type='html'>Δρ. Αλέξανδρος Παπάνης &lt;br /&gt;ΕΕΔΙΠ Ι Αγγλικής γλώσσας&lt;br /&gt;Πολυτεχνική Σχολή Ξάνθης&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η διαπολιτισμική εκπαίδευση παραπέμπει στην πολιτισμική ετερό-τητα, είτε πρόκειται για ετερότητα διακρατική είτε για πολιτισμική πολλα-πλότητα εντός των τειχών, εντός δηλαδή του υποτιθέμενα πολιτισμικά ο-μοιογενούς έθνους-κράτους.&lt;br /&gt;Ο Essinger (1990) ορίζει τη διαπολιτισμική εκπαίδευση ως μία προσπάθεια ενάντια στη νομιμοποίηση των όποιων αφομοιωτικών τάσεων του κράτους απέναντι στη μειονότητα, τη διατήρηση και την προαγωγή των κοινωνικών και πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων της και το μέσο για ισό-τιμη συμμετοχή στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας στην οποία ανήκει.&lt;br /&gt;Στο ίδιο πνεύμα, ο Παππάς (1999) αναφέρει ότι η διαπολιτισμική εκπαίδευση στοχεύει στην καθιέρωση μιας κοινωνίας με αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση, με πνεύμα αμοιβαιότητας και ισότητας στα κοινωνικά μέλη και με αλληλαποδοχή των εκατέρωθεν αξιών, σύμφωνα με το Χάρτη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.&lt;br /&gt;Ορίζοντας, λοιπόν, την έννοια της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης δεν αναφερόμαστε μόνο στη συνάντηση των πολιτισμών, αλλά και στη συνά-ντηση της προσωπικής κουλτούρας του καθενός με εκείνη του διπλανού του, οι οποίες είναι εξ ορισμού ανομοιογενείς, ακόμα και στο πλαίσιο μιας ομοιογενούς εθνικής ομάδας. Διαπολιτισμική εκπαίδευση, λοιπόν, σημαίνει εναντίωση μέσα από την καθημερινή παιδαγωγική πρακτική σε κάθε είδους διάκριση, είτε αυτή είναι κοινωνική, πολιτισμική, φύλου, γλωσσική ή θρη-σκευτική. Σε κάθε είδους στερεοτυπική ιεράρχηση του διαφορετικού.&lt;br /&gt;Ο όρος «διαπολιτισμική εκπαίδευση» πρωτοεμφανίστηκε στις αρ-χές της δεκαετίας του 60 στην επίσημη εκπαιδευτική πολιτική της Αμερι-κής και του Καναδά. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις επρόκειτο για μια προσπάθεια απάντησης στα υψηλά ποσοστά σχολικής αποτυχίας που πα-ρουσίαζαν τα παιδιά των μειονοτήτων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Δραγώνα (2003), το πρόβλημα των παιδιών των μειονοτήτων είχε να κάνει πολύ λιγότερο με το γλωσσικό κώδικα και πολύ περισσότερο με την άγνοια των πολιτισμικών αναφορών που κάνουν τους εκπαιδευτικούς να αντιμε-τωπίζουν αυτά τα παιδιά ως διαφορετικά, δυσπροσάρμοστα, ασύμβατα προς τις απαιτήσεις του εκπαιδευτικού συστήματος, πράγμα που εξάλλου συμβαίνει και με τα παιδιά των ασθενέστερων κοινωνικών τάξεων. Αντί-στοιχα, φάνηκε πόσο απροετοίμαστοι ήταν οι εκπαιδευτικοί να αντιμετω-πίσουν τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες των παιδιών των μειονοτήτων.&lt;br /&gt;Στην Ευρώπη, τα πρώτα θεσμικά μέτρα πάρθηκαν για να αντιμετω-πισθεί η εκπαίδευση των παιδιών του μεταναστευτικού εργατικού δυναμι-κού. Το 1977, που αποτελεί μια χρονολογία κλειδί, δημοσιεύθηκε μια κοι-νοτική οδηγία η οποία συνόψιζε τα μέτρα που ήδη είχαν αρχίσει να λαμβά-νουν οι χώρες με μειονότητες στην επικράτειά τους, κάθεμια με το δικό της τρόπο: εξασφάλιση διδασκαλίας της επίσημης γλώσσας σε ειδικές τάξεις, ενίσχυση της διδασκαλίας της γλώσσας και της κουλτούρας των μειονοτή-των και δημιουργία προγραμμάτων αρχικής και συνεχιζόμενης εκπαίδευ-σης των εκπαιδευτικών που ασχολούνταν με την εκπαίδευση παιδιών μειο-νοτικών ομάδων. Το σημαντικό στοιχείο αυτής της οδηγίας ήταν ότι τα μέ-τρα αυτά πήραν έναν υποχρεωτικό για τα κράτη-μέλη χαρακτήρα και τα κράτη-μέλη κλήθηκαν να συμμορφωθούν με αυτή την οδηγία μέσα σε τέσ-σερα χρόνια. Ενώ, δηλαδή, στην αρχή υπήρχε η τάση να αφομοιωθούν τα παιδιά των μειονοτήτων από την κυρίαρχη κουλτούρα, αργότερα προσπά-θησαν να τα εντάξουν στο εκπαιδευτικό σύστημα, εισάγοντας τη γλωσσική και πολιτισμική πολλαπλότητα στο αναλυτικό πρόγραμμα.&lt;br /&gt;Η δεύτερη φάση, όπου γίνεται μια προσπάθεια ένταξης στο εκπαι-δευτικό σύστημα μέσα από αυτή τη γλωσσική και πολιτισμική πολλαπλό-τητα, βασίζεται στη θέση ότι η γνώση της πολιτισμικής προέλευσης των παιδιών θα προωθήσει την επίδοση και την ισότητα ευκαιριών και θα μει-ώσει τις προκαταλήψεις και τις διακρίσεις. Το μοντέλο υπήρξε κατά βάση μαθητοκεντρικό. Πληθυσμός-στόχος ήταν οι αδύνατοι μαθητές που απο-τυγχάνουν και που έχουν να κερδίσουν από ένα νέο διδακτικό υλικό και από ένα αναλυτικό, πολιτισμικά ευαίσθητο, πρόγραμμα.&lt;br /&gt;Η κριτική απέναντι στο μοντέλο αυτό - που ήταν μια πρόοδος από το μονοπολιτισμικό - είναι ότι δεν αναγνωρίζει τις διακρίσεις και το ρατσι-σμό, ως χαρακτηριστικό της κοινωνίας, αλλά αντίθετα εντοπίζει τα προ-βλήματα που αντιμετωπίζουν οι μειονοτικοί μαθητές μέσα στην ίδια τους την ομάδα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η2. Η διαπολιτισμική εκπαίδευση στην ελληνική πολυπολιτισμική κοινωνία&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, ο επίσημος λόγος υποστήριξε με πείσμα και για πολλά χρόνια την πολιτισμική και γλωσσική ομοιογένεια της χώ-ρας. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60 η αφομοιωτική πολιτική (assimi-lation policy) ήταν αυτή που ακολουθήθηκε για την τακτοποίηση των ό-ποιων μειονοτικών ομάδων. Επικρατούσε δηλαδή η αντίληψη ότι τα προ-βλήματα που αντιμετώπιζαν οι διάφορες εθνικές ομάδες ήταν προσωρινά και σχετίζονταν με την έλλειψη των αναγκαίων γνώσεων στην επίσημη γλώσσα και πολιτισμό. Όταν τα παιδιά αυτά κατανέμονταν σε περισσότερα σχολεία και δεν συγκεντρώνονταν σε ορισμένες μόνο περιοχές, τα προβλή-ματα θα ξεπερνιούνταν χωρίς να χρειάζεται κανένα ιδιαίτερο μέτρο εκπαι-δευτικής πολιτικής. Οι υποστηρικτές του αφομοιωτικού μοντέλου έβλεπαν το σύγχρονο εθνικό κράτος περισσότερο στο πλαίσιο της καθολικότητας και λιγότερο αποτελούμενο από εθνικές ομάδες με ιδιαίτερα χαρακτηριστι-κά και παραδόσεις. Οι διάφορες αυτές ομάδες έπρεπε να απορροφηθούν από το ντόπιο ομοιογενή πληθυσμό για να μπορούν να συμμετέχουν ισότι-μα στη διαμόρφωση και διατήρηση της κοινωνίας.&lt;br /&gt;Την πολιτική της αφομοίωσης ακολούθησε αυτή της ενσωμάτωσης (integration policy), όταν όλο και περισσότεροι εκπαιδευτικοί διαπίστωναν ότι απαιτούνται πιο λεπτομερή προγράμματα σχολικής και κοινωνικής ενί-σχυσης των μειονοτικών ομάδων για την αποτελεσματική ενσωμάτωσή τους στο σχολείο και την ευρύτερη κοινωνία. Η ενσωμάτωση συνδέεται πάντοτε με πολιτισμικές διαφορές και την αναγνώριση της πολιτισμικής ετερότητας, η οποία ωστόσο γίνεται ανεκτή στο βαθμό που δεν προκαλεί τις πολιτισμικές παραδοχές της κυρίαρχης κοινωνίας. Η ανεκτικότητα στην πολιτισμική ετερότητα υπαγορεύθηκε από την αντίληψη ότι ο στόχος διευ-κολύνεται σημαντικά αν επιτραπεί στις μειονοτικές ομάδες να διατηρήσουν πλευρές των πολιτισμικών τους παραδόσεων, να μάθουν τη γλώσσα τους, πράγμα που θα επέτρεπε τις διαφοροποιήσεις σε τρόπους ζωής, πολιτισμι-κές παραδοχές, θρησκευτικές πεποιθήσεις κ.λπ,. και συνεπώς θα διευκόλυ-νε τη διαδικασία ενσωμάτωσης και θα απέτρεπε τυχόν λάθη από άγνοια&lt;br /&gt;Ο όρος «διαπολιτισμική εκπαίδευση» εμφανίζεται στην Ελλάδα αρχικά στο λόγο των κοινωνικών επιστημόνων στα μέσα της δεκαετίας του '80, την εποχή που εμφανίζονται στην εκπαίδευση παιδιά μεταναστών από την Ανατολική Ευρώπη, αλλά και την Αφρική, την Ασία, την πρώην Σοβιε-τική Ένωση και λίγο αργότερα την Αλβανία. Τα παιδιά αυτά εντάσσονται στις υπάρχουσες τάξεις υποδοχής ή τα φροντιστηριακά τμήματα. Η ελληνι-κή εκπαιδευτική πολιτική ακολουθεί μια προσπάθεια αφομοίωσης μέσα από την ομογενοποίηση, με κύριο μοχλό την επίσημη εθνική γλώσσα. Ω-στόσο, τα τελευταία χρόνια το τοπίο αρχίζει να αλλάζει. Για πρώτη φορά ψηφίστηκε στη Βουλή νόμος για τη διαπολιτισμική εκπαίδευση, εξασφαλί-ζοντας έτσι το αναγκαίο θεσμικό πλαίσιο, ιδρύθηκε το Ινστιτούτο Παιδείας Ομογενών και Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης (ΙΠΟΔΕ), χωρίς ωστόσο να έχει ακόμα λειτουργήσει, και πρόσφατα υλοποιούνται τέσσερα μεγάλα προγράμματα: ένα για την εκπαίδευση των τσιγγανοπαίδων, ένα για την εκπαίδευση των παιδιών των μεταναστών και των παλιννοστούντων, ένα για την εκπαίδευση των ομογενών και ένα για την εκπαίδευση των μου-σουλμανοπαίδων.&lt;br /&gt;Παρά τις θεσμικές αλλαγές, στην πράξη η κατάσταση είναι ακόμα σε εμβρυακό στάδιο. Τα διάφορα διάσπαρτα προγράμματα διαπολιτισμικής εκπαίδευσης δεν προχωρούν προς μια δυναμική επικοινωνία ανάμεσα στους μαθητές διαφορετικής κουλτούρας. Η σημαντικότερη επίπτωση της παρουσίας στο σχολείο της κάθε χώρας άλλων, διαφορετικών μαθητών, είναι ότι τίθεται σε αμφισβήτηση η φαντασίωση της ομοιογένειας των σχο-λικών τάξεων και μπαίνει σε δοκιμασία η εθνοκεντρική αντίληψη με βάση την οποία έχουν οικοδομηθεί μέχρι τώρα όλα τα αναλυτικά προγράμματα και οι εκπαιδευτικές πρακτικές. Τόσο το αναλυτικό πρόγραμμα, όσο και η παιδαγωγική που εφαρμόζεται στα ελληνικά σχολεία, έχουν σχεδιαστεί και επιτελούνται με την παραδοχή ότι η τάξη είναι μια ομάδα ομοιογενής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η3. Παιδαγωγικές-ψυχολογικές και κοινωνικές προσεγγίσεις της δια-πολιτισμικής εκπαίδευσης&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπως ήδη αναφέρθηκε, η διαπολιτισμική εκπαίδευση αποτελεί μια ειδική παιδαγωγική, που στόχο έχει την αποτελεσματικότερη διαχείριση των «πολιτισμικών διαφορών» και την προετοιμασία των μαθητών για ε-νεργή συμμετοχή στην κοινωνία της γνώσης, μέσα σε ένα πλουραλιστικό κοινωνικοπολιτισμικό περιβάλλον. Είναι μια δυναμική διαδικασία αλληλε-πίδρασης και αμοιβαίας αναγνώρισης και συνεργασίας ανάμεσα σε άτομα διαφορετικών εθνικών ομάδων.&lt;br /&gt;Οι κύριες παιδαγωγικές αρχές που χαρακτηρίζουν τη διαπολιτισμι-κή εκπαίδευση είναι: 1) η εκπαίδευση για ενσυναίσθηση (empathy), δηλα-δή να μάθουμε να κατανοούμε τους άλλους, να τοποθετούμε τον εαυτό μας στη θέση τους και να καλλιεργούμε τη συμπάθεια μας για αυτούς, 2) η εκ-παίδευση για αλληλεγγύη, δηλαδή η ανάπτυξη μιας συλλογικής συνείδησης που υπερβαίνει τα όρια των φυλών και κρατών, 3) η εκπαίδευση για διαπο-λιτισμικό σεβασμό, που σέβεται την πολιτισμική ετερότητα και ανοίγεται σε άλλους πολιτισμούς, 4) η εκπαίδευση ενάντια στον εθνικιστικό τρόπο σκέψης, δηλαδή εξάλειψη των εθνικών στερεοτύπων και προκαταλήψεων και έκκληση για διάλογο και αλληλεγγύη. (Essinger, 1990). Ο Δαμανάκης (2003) συνόψισε τις ανωτέρω αρχές σε τρία βασικά αξιώματα της διαπολι-τισμικής θεωρίας, δηλαδή στο αξίωμα της ισοτιμίας των λαών, στο αξίωμα της ισοτιμίας του μορφωτικού κεφαλαίου ατόμων διαφορετικής προέλευ-σης και, τέλος, στο αξίωμα της παροχής ίσων ευκαιριών.&lt;br /&gt;Σε κάθε περίπτωση, κύρια μέριμνα της διαπολιτισμικής εκπαίδευ-σης είναι η ενασχόληση με τις θεσμικές αλλαγές που πρέπει να γίνουν τόσο σε επίπεδο του αναλυτικού προγράμματος, όσο και στο επίπεδο οργάνωσης της σχολικής κουλτούρας, έτσι ώστε να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες προ-ϋποθέσεις και ανάγκες των μειονοτικών μαθητών με σκοπό να επιτευχθεί η ισότιμη σχολική και κοινωνική ένταξη τους. Όπως χαρακτηριστικά αναφέ-ρει ο Γκόβαρης (2005), η παιδαγωγική πράξη οφείλει να λαμβάνει τις πολι-τισμικές ιδιαιτερότητες υπόψη της στο βαθμό που αυτές υποστηρίζουν τη διαδικασία σχολικής ένταξης και να αμφισβητεί λογικές λειτουργίας και κανονιστικές προσδοκίες του σχολείου, οι οποίες στιγματίζουν τους μειο-νοτικούς μαθητές.&lt;br /&gt;Από ψυχολογικής άποψης, έρευνες έχουν δείξει ότι μέσα από τη δι-δασκαλία της γλωσσικής και πολιτισμικής κληρονομιάς των μειονοτικών ομάδων προωθείται η ενίσχυση της αυτοαντίληψης και της σχολικής τους επίδοσης και, κατ’ επέκταση, η ισότητα ευκαιριών στην εκπαίδευση και την κοινωνία. Η διγλωσσία ή η πολυγλωσσία (φαινόμενα που θα μας απα-σχολήσουν εκτενώς στο δεύτερο κεφάλαιο) παρέχουν μεγαλύτερη διανοη-τική ευελιξία, αφαιρετική ικανότητα και υπεροχή στη διαμόρφωση της α-ντίληψης σε σύγκριση με τους μονόγλωσσους. Η θετική αλληλεπίδραση μεταξύ των γλωσσών του ατόμου διευκολύνει την ανάπτυξη της ευφυΐας του και τα συμβολικά συστήματα των μαθητών διευρύνονται και ενσωμα-τώνουν νέες έννοιες και όρους που δεν περιλαμβάνονται στη μητρική, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται θετικά η σκέψη τους.&lt;br /&gt;Ο αντίλογος σ’ αυτό είναι ότι ο υπερτονισμός δίγλωσσων και πο-λυπολιτισμικών προγραμμάτων διασπά συνήθως την ενεργητικότητα των μειονοτικών μαθητών με αποτέλεσμα να μην μαθαίνουν σωστά καμιά γλώσσα, συμπεριλαμβανομένης και της επίσημης. Συνέπεια αυτής της κα-τάστασης είναι ο ψυχολογικός, κοινωνικός και οικονομικός αποκλεισμός αυτών των ομάδων και η βαθμιαία περιθωριοποίησή τους. Με άλλα λόγια, οι πληροφορίες για άλλες γλώσσες δεν είναι σίγουρο ότι θα συμβάλουν στην αλληλοκατανόηση και την αλληλοαποδοχή, αλλά μπορούν να προκα-λέσουν αρνητικά αποτελέσματα.&lt;br /&gt;Τέλος, η διαπολιτισμική εκπαίδευση έχει και κοινωνική διάσταση. Πολιτισμική ελευθερία σημαίνει πάνω από όλα ριζική αλλαγή στον τρόπο διδασκαλίας και απόκτησης της γνώσης. Αυτό εξαρτάται από το βαθμό που η γνώση αντανακλά το κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διατυπώνεται. Συχνά οι κοινωνικές ομάδες που είναι υπεύθυνες για την εκ-παίδευση και τη μετάδοση της γνώσης, προωθούν εκείνο το μοντέλο και διαχέουν εκείνες τις γνώσεις που υποστηρίζουν τα συμφέροντα τους, νομι-μοποιούν και διαιωνίζουν την υπάρχουσα κατάσταση. Έτσι οι μειονοτικές ομάδες και εθνοπολιτισμικές κοινότητες παραμένουν κοινωνικά παθητικές και αποδεχόμενες τη χαμηλή κοινωνική τους θέση. Όλοι οι φορείς της εκ-παιδευτικής κοινότητας θα πρέπει να κατανοήσουν τους τρόπους με τους οποίους χρησιμοποιείται συχνά η γνώση για τη διατήρηση της περιθωριο-ποίησης των αδύναμων μειονοτήτων, αν θέλουν να γίνουν φορείς αλλαγής, κοινωνικής και εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης.&lt;br /&gt;Πώς μπορεί όμως η διαπολιτισμική εκπαίδευση να αναδειχθεί σε ένα σημαντικό εργαλείο δράσης σε μια κοινωνία όπως η ελληνική, η οποία, παρά την αρχική της ομοιογένεια, ήδη συντίθεται από πολλούς και διαφο-ρετικούς πληθυσμούς; Πιο συγκεκριμένα, πώς μπορεί η διαπολιτισμική εκπαίδευση να συνεισφέρει στη γλωσσική, πολιτισμική και κοινωνική αυ-τοτέλεια της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης, στα πλαίσια της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας;&lt;br /&gt;Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό είναι απαραίτητο πρώτα να δι-ευκρινισθεί τι εννοούμε με τον όρο «μειονότητα» και ποιες είναι οι παρά-μετροί της.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6126784924047014371-5655018696237390086?l=alexandrospapanis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/feeds/5655018696237390086/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/11/blog-post.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/5655018696237390086'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/5655018696237390086'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/11/blog-post.html' title='Η  σημασία της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης στην Ευρώπη'/><author><name>Δρ. Αλέξανδρος Παπάνης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14387444323366524626</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='30' src='http://4.bp.blogspot.com/_aMH3uwQ9geM/SsEoryw5D_I/AAAAAAAAABg/OLQ43IaXIZc/S220/IMG_0119.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6126784924047014371.post-7889891292624698700</id><published>2009-10-25T10:01:00.000-07:00</published><updated>2009-10-25T10:11:29.885-07:00</updated><title type='text'>Τα χαρακτηριστικά του πετυχημένου εκπαιδευτικού</title><content type='html'>&lt;p&gt;Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου&lt;br /&gt;Αλέξανδρος Παπάνης, ΕΕΔΙΠ Πολυτεχνείου Θράκης&lt;br /&gt;Ειρήνη-Μυρσίνη Παπάνη, (MSc) Καθηγήτρια Αγγλικών&lt;br /&gt;Προκειμένου οι εκπαιδευτικοί να εφαρμόσουν αποτελεσματικούς τρόπους διδασκαλίας μέσα σε ένα περιβάλλον πολιτισμικής ετερότητας, θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουν το ρόλο τους, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Τα σχολεία είναι «θεσμοί μάθησης πουγια να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στην αποστολή τους, χρειάζεται να προσαρμοστούν στις συνεχώς μεταβαλλόμενες δημογραφικές και κοινωνικές συνθήκες. Προϋπόθεση για την αποτελεσματική διδασκαλία αποτελεί το να είναι οι εκπαιδευτικοί ενημερωμένοι για τη σχετική έρευνα και θεωρία και να αναλαμβάνουν την ευθύνη, που τους αναλογεί σχετικά με την εφαρμογή των κατάλληλων διδακτικών πρακτικών που θα ανταποκρίνονται στις γλωσσικές και μαθησιακές ανάγκες των μαθητών τους.&lt;/p&gt; &lt;p&gt;&lt;span id="more-163"&gt;&lt;/span&gt;Πρακτικές συμβουλές για εκπαιδευτικούς:&lt;/p&gt; &lt;ul&gt;&lt;li&gt;Γνωρίστε σε βάθος το αντικείμενο του εκπαιδευτικού προγράμματος και των ιδιαιτεροτήτων του&lt;br /&gt;Προετοιμαστείτε κατάλληλα ως προς το διδακτικό αντικείμενο (Ο δάσκαλος πρέπει να έχει μελετήσει εκατό θέματα, για να μπορεί μα μιλήσει για ένα)&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Να είστε σε θέση να δίνετε ικανοποιητικές απαντήσεις στα ερωτήματα των μαθητών σας. Σε αυτό βοηθά η γενική σας παιδεία και γνώσεις,&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Να προβαίνετε σε συνεχή διερεύνηση των εκπαιδευτικών αναγκών των μαθητών,&lt;br /&gt;Κατευθύνετε τους μαθητές σε πηγές γνώσεων για περαιτέρω διερεύνηση του εκπαιδευτικού αντικειμένου.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Στην αρχή του διδακτικού έτους αναλύστε στους μαθητές σας τι προσδοκάτε ( ή τι συμπεριφορές περιμένετε) από τον άριστο μαθητή, από το μέτριο μαθητή και από τον κακό μαθητή. Υπογράψτε ένα συμβόλαιο με τους μαθητές σας και τηρήστε το απαρέγκλιτα).&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Να θυμάστε ότι οι μαθητές προτιμούν έναν αυστηρό, αλλά δίκαιο δάσκαλο.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Προτρέψτε τους μαθητές να βρίσκουν εναλλακτικές εφαρμογές σε όσα τους διδάσκετε. Αναπτύξτε την κριτική σκέψη των μαθητών σχετικά με το μαθησιακό υλικό και το έργο τους στην τάξη παραμένοντας όμως πάντα στο παρασκήνιο (Παπαευθυμίου-Λύτρα, 2001).&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Ενισχύστε τις αρχές της της ενσυνείδητης μάθησης και της αυτονομίας των μαθητών μέσα από τις διαδικασίες του “μαθαίνω πώς να μαθαίνω”, όπου οι μαθητές προσπαθούν να ανταποκριθούν στις δικές τους ανάγκες και στους προσωπικούς τους στόχους, επιμελούμενοι τις λεπτομέρειες της οργάνωσης της μαθησιακής διαδικασίας που θα ακολουθήσουν και του προσωπικού τους χρόνου (Παπαευθυμίου-Λύτρα, 2001).&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Απαλλαχτείτε από πολιτισμικές προκαταλήψεις και ρατσιστικές τάσεις. Το θετικό κλίμα και η σχέση αποδοχής και σεβασμού μεταξύ δασκάλου και μαθητή οδηγούν στην ολοένα και μεγαλύτερη προσπάθεια των μαθητών.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Σύμφωνα με τους Ηuffman &amp;amp; Speer (2000) η ανάπτυξη των παιδιών ενισχύεται σε περιβάλλοντα όπου έρχονται σε επαφή με άτομα με τα οποία έχουν αναπτύξει θετική συναισθηματική σχέση. Η ανάπτυξη στενής διαπροσωπικής σχέσης με τον εκπαιδευτικό κάνει τα παιδιά να αισθάνονται ότι πλαισιώνονται από ένα υποστηρικτικό περιβάλλον.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Μετατρέψτε, σε συνεργασία με άλλους που συμμετέχουν στην εκπαιδευτική πραγματικότητα, τον εαυτό σας σε ενεργό υποκείμενο που ερευνά, εφαρμόζει νέες πρακτικές, ελέγχει την αποτελεσματικότητα αυτών των πρακτικών και οδηγείται σε γενικότερα συμπεράσματα, που συμβάλλουν στη βελτίωση των συνθηκών της εκπαιδευτικής κατάστασης (Mills, 2003, Stringer, 2004). Όπως παρατηρεί η Αικατερίνη Μίχου et al. (2008): ‘ Η εκπαιδευτική έρευνα-δράση νοείται ως μια σπείρα, που κάθε κρίκος αποτελείται από το σχεδιασμό μιας δράσης, τη δράση, την παρατήρηση και τη σκέψη πάνω στη δράση, που οδηγεί στη μελλοντική δράση’ .&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Καλλιεργείστε την αυτογνωσία και της δημιουργικότητα των μαθητών ως σχέση αμφίδρομη: ανάπτυξη αυτογνωσίας μέσω της δημιουργικότητας και ανάπτυξη δημιουργικότητας μέσω της αυτογνωσίας. Η αυτογνωσία αναφέρεται στη διαδικασία παρατήρησης, κατανόησης και μετασχηματισμού του εαυτού• άρα, για να λάβει χώρα, τίθενται σε λειτουργία εκ περιτροπής οι πέντε διεργασίες της σκέψης (κατανόηση, μνήμη, συγκλίνουσα σκέψη, αποκλίνουσα σκέψη και αξιολόγηση), και με αυτό τον τρόπο οι διεργασίες αυτές αναπτύσσονται. Ταυτόχρονα, όμως, αναπτύσσονται και οι συναισθηματικές διεργασίες, που αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργικότητα, καθώς ο μαθητής μέσω της αυτογνωσίας προσπαθεί να έρθει σε επαφή με τα συναισθήματά του, να τα αναγνωρίσει και να τα διαχειριστεί. Παράλληλα, καθώς ο μαθητής αναπτύσσει τις γνωστικές και συναισθηματικές του διεργασίες, που όπως αναφέρθηκε αποτελούν συστατικά της δημιουργικότητας, αποκτά εφόδια όχι μόνο για να παρατηρήσει και να κατανοήσει τον εαυτό του, αλλά κυρίως για να τον μετασχηματίσει. Μέσα από αυτήν την διαδικασία επιδιώκεται να γίνει ο μαθητής ο αιτιώδης παράγοντας της συμπεριφοράς του, συνθήκη απαραίτητη για την διασφάλιση της ψυχικής του υγείας.( Αικατερίνη Μίχου et al, 2008).&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Χρησιμοποιείστε νέες εκπαιδευτικές πρακτικές όπως η έρευνα δράσης στηρίζονται στην ομαδική μορφή εργασίας. Η έρευνα δράσης (Carr&amp;amp; Kemmis, 2000), είναι μια συνεργατική δραστηριότητα, η οποία διεξάγεται στο περιβάλλον του σχολείου και σε αυτή συμμετέχει ο εκπαιδευτικός και οι μαθητές (Noffke&amp;amp; Stevenson,1995). Πρόκειται για διαδικασία στην οποία οι συμμετέχοντες εξετάζουν την εκπαιδευτική τους πρακτική χρησιμοποιώντας τεχνικές έρευνας. Ο συνεργατικός χαρακτήρας επιτρέπει την εύρεση λύσεων στα προβλήματα που εμφανίζονται στο σχολείο, βελτιώνει τη μορφή διδασκαλίας και αυξάνει τη σχολική επιτυχία. Προγράμματα δράσης αρχίζουν με ένα πρόβλημα του οποίου η λύση οδηγεί σε άλλες περιοχές μελέτης. Τα οφέλη από την εφαρμογή της έρευνας δράσης είναι πολλά• οι εμπλεκόμενοι στη διαδικασία καθίστανται γνώστες περισσότερων αντικειμένων, επεκτείνουν και μετασχηματίζουν τις γνώσεις τους, εργάζονται με ομαδικό πνεύμα για κοινό σκοπό. Τα ερευνητικά προγράμματα δράσης γίνονται μέρος του σχολικού πολιτισμού, παρατηρείται αυξημένο συναίσθημα συνεργασίας καθώς και αυξημένη σχολική επίδοση. Αυτή η διαδικασία δημιουργεί νέα σχέδια συλλογικότητας και επικοινωνίας. Δίνεται η δυνατότητα αξιολόγησης του έργου των εκπαιδευτικών. Η έρευνα δράσης εστιάζει στους μαθητές. Οι εκπαιδευτικοί μπορούν να ερευνήσουν την επίδραση που έχει η διδασκαλία τους. Η συνεργατική έρευνα δράσης σε συνδυασμό με τη χρήση ηλεκτρονικών παιχνιδιών στην εκπαιδευτική διαδικασία μπορεί να οδηγήσει σε θετικά αποτελέσματα. Η χρήση του παιχνιδιού ,ενός ψυχαγωγικού εργαλείου ως μέσο εκπαίδευσης αποτελεί ένα ισχυρό κίνητρο για την εμπλοκή των μαθητών στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ευνοεί την βιωματική αναπαράσταση και τη σύνδεση της γνώσης με την καθημερινή ζωή. Προάγει επίσης , τη δημιουργικότητα ,τη μεθοδική εργασία και την καλλιέργεια της φαντασίας (Κεκές, 2002)&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Προτρέψτε τους μαθητές σας να αναλογιστούν ( Αικατερίνη Μίχου et al, 2008): &lt;ul&gt;&lt;li&gt;Πώς είμαι στο πλαίσιο της σχολικής τάξης, της οικογένειας και των φίλων, δηλαδή πώς είμαι (τι σκέφτομαι, πώς συμπεριφέρομαι και πώς αισθάνομαι) στο ρόλο του μαθητή, του παιδιού, της οικογένειας και του φίλου;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Γιατί είμαι έτσι; Γιατί συμπεριφέρομαι ή αισθάνομαι κατά τον έναν ή τον άλλον τρόπο; Γιατί διαμόρφωσα τη μία ή την άλλη αντίληψη;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Προς ποιες συμπεριφορές, συναισθήματα, αντιλήψεις (κίνητρα, στόχους) με οδηγεί το διαπροσωπικό πλαίσιο; Πώς αξιολογώ αυτές τις συμπεριφορές, τα συναισθήματα και τις αντιλήψεις;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Προς ποιες συμπεριφορές, συναισθήματα, αντιλήψεις οδηγώ τους άλλους με τη συμπεριφορά μου;&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Υπάρχει τρόπος να συμβάλλω στη διαμόρφωση του διαπροσωπικού πλαισίου; Πώς διαχειρίζομαι ένα πλαίσιο που δεν μπορώ να αλλάξω άμεσα;&lt;/li&gt;&lt;/ul&gt; &lt;/li&gt;&lt;li&gt;Στο τέλος του σχολικού έτους θα πρέπει ο μαθητής να μπορεί να παραδεχτεί τα εξής : &lt;ul&gt;&lt;li&gt;Είμαι υπεύθυνος για την επίτευξη των στόχων μου&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Είμαι υπεύθυνος για τις επιλογές και τις πράξεις μου&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Είμαι υπεύθυνος για τους ρεαλιστικούς στόχους στον τομέα της αγωγής&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Είμαι υπεύθυνος για τις επιτυχίες ή αποτυχίες στον τομέα των διαπροσωπικών σχέσεων&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Είμαι υπεύθυνος για τη συμπεριφορά μου με άλλους ανθρώπους&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Είμαι υπεύθυνος για το πώς προγραμματίζω τον χρόνο μου&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Είμαι υπεύθυνος για το βαθμό της επικοινωνιακής δυνατότητας&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Είμαι υπεύθυνος για την προσωπική μου ευτυχία&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Είμαι υπεύθυνος για τις αξίες τις οποίες θέτω στη ζωή μου.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Είμαι υπεύθυνος για τη διαχείριση της αυτοεκτίμησής μου&lt;/li&gt;&lt;/ul&gt; &lt;/li&gt;&lt;li&gt;Αξιοποιείστε την προηγούμενη γνώση και εμπειρία των μαθητών, γιατί αυτό: &lt;ul&gt;&lt;li&gt;αυξάνει τη γνωστική δραστηριοποίηση και κάνει τις έννοιες να έχουν περισσότερο νόημα για τους μαθητές, εφόσον τους επιτρέπει να ερμηνεύουν τις νέες πληροφορίες σε σχέση με αυτά που ήδη ξέρουν.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;βοηθά τους δασκάλους να γνωρίσουν καλύτερα τους μαθητές τους ως άτομα με τη δική τους μοναδική προσωπική ιστορία, γεγονός που τους επιτρέπει να προσαρμόσουν τη διδασκαλία τους στις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα του κάθε μαθητή και&lt;/li&gt;&lt;li&gt;δημιουργεί μέσα στην τάξη ένα περιβάλλον, όπου η πολιτισμική γνώση των μαθητών αποκτά την αξία της και δίνει στους μαθητές κίνητρο να επενδύσουν μεγαλύτερο μέρος του εαυτού τους στη μαθησιακή διαδικασία.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Δραστηριοποιεί τις νοητικές και γνωστικές διαδικασίες υψηλότερου επιπέδου (ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση, κριτική σκέψη), ικανότητα που έχει ως αποτέλεσμα περισσότερη μάθηση. Η διδασκαλία θα πρέπει να προκαλεί τη νοητική προσπάθεια των μαθητών, δηλαδή να χαρακτηρίζεται από κάποιο βαθμό δυσκολίας και να τους προκαλεί να δραστηριοποιούνται, προκειμένου να αναπτύξουν τις μορφωτικές και πνευματικές τους ικανότητες. Ωστόσο, αν η διδασκαλία ξεπερνά αυτό που οι μαθητές μπορούν να επεξεργαστούν γνωστικά (λόγω της έλλειψης πλαισιακής υποστήριξης, τότε θα απογοητευθούν και θα παραιτηθούν από κάθε προσπάθεια για μάθηση.&lt;/li&gt;&lt;/ul&gt; &lt;/li&gt;&lt;li&gt;Καλλιεργείστε δεξιότητες μεταγνώσης, δηλαδή την ικανότητα των να σκέφτονται για τις γνωστικές διεργασίες που απαιτούνται, για να επιτευχθεί και η πιο απλή νοητική λειτουργία.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Να θυμάστε ότι βαθύτερα επίπεδα μνημονικής επεξεργασίας επιτυγχάνουν οι πληροφορίες που μπορούν να συνδεθούν με τις προσωπικές εμπειρίες ή φέρουν συναισθηματική απόχρωση. Αυτό μπορεί να δράσει είτε αποτρεπτικά είτε ενισχυτικά και επαφίεται στην ευχέρεια του καθηγητή να επιτύχει το δεύτερο. Όλο το μαθησιακό υλικό μπορεί να αναπροσαρμοστεί κατ’ αυτό τον τρόπο. Ο καθηγητής οφείλει να διαθέτει φαντασία και ευρηματικότητα.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Η προσωπικότητα του διδάσκοντος, είναι βαρύνουσας σημασίας, παρόλο που οι μοντέρνες θεωρίες υποβαθμίζουν το ρόλο της. Σύμφωνα με την ψυχοδυναμική θεωρία του Freud η διδασκαλία αναγκαστικά εμπερικλείει τις έννοιες της μεταβίβασης και αντιμεταβίβασης. Οι μαθητές προβάλλουν στο διδάσκοντα τα πρότυπα της εξουσίας που έχουν βιώσει είτε οικογενειακής είτε συζυγικής. Αν ο καθηγητής αναπαράγει τις μορφές αυτές (π.χ. με ένα αυστηρό ηγετικό χαρακτήρα ή με υπερβάλλουσα ελαστικότητα), τότε η ταύτιση είναι αναπόφευκτη. Η διδασκαλία τότε, όσο πεφωτισμένη κι αν γίνει, είναι πιθανό να αποτύχει. Παράλληλα, ο καθηγητής μεταβιβάζει στους μαθητές προσδοκίες, στερεότυπα, προσωπικές ανεπάρκειες, που διαμορφώνουν εν πολλοίς το ύφος καθηγεσίας. Ο αυταρχικός, δημοκρατικός ή αδιάφορος καθηγητής ασκεί διαφορετική επιρροή στους μαθητές και επιτυγχάνει αντίστοιχα διαφορετικά μαθησιακά αποτελέσματα.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Μην ξεχνάτε ότι μάθηση έχει σημασία μόνο εφόσον έχει νόημα για το μαθητή μέσα από ευέλικτους ατομικούς στόχους. Σκοπός της είναι η προσωπική ανάπτυξη και ολοκλήρωση, η ενδοσκόπηση, η ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης, της κοινωνικότητας και της ομαλής προσαρμογής. Ο καθηγητής παρέχει κίνητρα για μάθηση, διαχειρίζεται τις συγκρούσεις, αξιοποιεί το προσωπικό ύφος, αναδεικνύει τις λανθάνουσες δεξιότητες, αναπλαισιώνει τις εμπειρίες, προωθεί τη διδασκαλία μέσω προσωπικών εξερευνήσεων και ερμηνευτικών αναστοχασμών. Η αξιολόγηση συνοψίζεται στην προσπάθεια συντονισμού των γνώσεων προς την ατομική, ολόπλευρη καλλιέργεια μέσω του ελεύθερου διαλόγου, της ενδοσκόπησης της διδασκαλίας επικοινωνιακών και ηγετικών ικανοτήτων και της εξάσκησης της διεκδικητικότητας.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Η μάθηση είναι μια γνωστική συστηματοποίηση δεδομένων. Επομένως, πρέπει να ξεκινά με θέματα που παρακινούν τους μαθητές να οργανώσουν τα αντιληπτικά ερεθίσματα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να κατασκευάζουν συγκροτημένα νοήματα.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Το συγκροτημένο νόημα απαιτεί την κατανόηση τόσο του συνόλου των δεδομένων όσο και των σχέσεων των δεδομένων μεταξύ τους και στο πλαίσιο του συνόλου. Άρα, η διαδικασία της μάθησης επικεντρώνεται σε σχέσεις γεγονότων και όχι σε μεμονωμένα γεγονότα.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Ο σκοπός της μάθησης είναι να μπορέσει ο μαθητής να κατασκευάσει το προσωπικό του διανοητικό μοντέλο και όχι να αποστηθίζει τις «σωστές» απαντήσεις υιοθετώντας το μοντέλο κάποιου άλλου.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Μην λησμονείτε ότι σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου Αιγαίου (Παπάνης, 2007) ο αποτελεσματικός εκπαιδευτικός έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά σύμφωνα με τις απόψεις των μαθητών: γνωρίζει καλά το αντικείμενο που διδάσκει, έχει χιούμορ, είναι ευέλικτος, οργανώνει σωστά την τάξη και το χρόνο διδασκαλίας, είναι δίκαιος, αποτελεί πηγή έμπνευσης για τους μαθητές, γνωρίζει τις ανάγκες των μαθητών, παρέχει επανατροφοδότηση, δείχνει ενθουσιασμό, κοινοποιεί τους στόχους, τη σειρά των εννοιών του μαθήματος, τις ευθύνες που θα αναλάβουν οι μαθητές και να είναι επικοινωνιακός.&lt;/li&gt;&lt;/ul&gt; &lt;p&gt;Μια άλλη σημαντική παράμετρος στη σχέση εκπαιδευτικού και μαθητή είναι η διαδικασία της αξιολόγησης αλλά και της αυτοαξιολόγησης, ιδιαίτερα όταν έχει ως κίνητρο της την αέναη προσπάθεια για πρόοδο και βελτίωση. Ο εκπαιδευτικός αξιολογεί τον εαυτό του ως προς την εκπαιδευτική διαδικασία, αξιολογεί τους μαθητές στο σύνολό τους, αλλά και καθέναν ξεχωριστά, προκειμένου να εντοπίσει πιθανές αδυναμίες και να συμβάλει κατάλληλα στην εξάλειψή τους.&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Ειδικά, η επιτυχία του δασκάλου στη διαδικασία της αυτοαξιολόγησης μπορεί να κριθεί, κατά τον Malone (2003) από το κατά πόσο:&lt;/p&gt; &lt;ul&gt;&lt;li&gt;υιοθετεί αυτοκριτική διάθεση που χαρακτηρίζεται από σκέψεις, όπως «μπορώ να καταφέρω περισσότερα από αυτά που έχω ήδη κατακτήσει», «μπορώ να βελτιώσω τις διαπροσωπικές μου ικανότητες ζητώντας ανατροφοδότηση»&lt;/li&gt;&lt;li&gt;επαναξιολογεί καταστάσεις υιοθετώντας μια διαφορετική οπτική γωνία και προσπαθώντας να μπει στη θέση εκείνων με τους οποίους συναλλάσσεται (π.χ μαθητές, συνεκπαιδευτές κτλ)&lt;/li&gt;&lt;li&gt;σχεδιάζει προγράμματα αξιολόγησης μέσα από τα οποία μπορεί να εμπνευστεί για να εφαρμόσει σχετικά εργαλεία για την αξιολόγηση του δικού του εκπαιδευτικού έργου&lt;/li&gt;&lt;li&gt;θέτει στον εαυτό του στόχους για την ανάπτυξη νέων γνώσεων, ικανοτήτων και στάσεων που σχετίζονται με την αύξηση της αποτελεσματικότητας του ρόλου του δασκάλου.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Η Σκούρτου περιγράφει το θετικό κλίμα με ένα βασικό αξίωμα: ότι οι ανθρώπινες σχέσεις βρίσκονται στην καρδιά της σχολικής πρακτικής. Και συνεχίζει: «ο δάσκαλος, όντας συνήθως μέλος της κυρίαρχης ομάδας, έχει τη δυνατότητα είτε να αναπαράγει τις όποιες εξουσιαστικές σχέσεις της ευρύτερης κοινωνίας είτε να τις αμφισβητήσει. Αν κάνει το πρώτο δε θα κατηγορηθεί για αυτό, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι οι μαθητές του θα μάθουν πράγματα από αυτόν. Αν κάνει το δεύτερο, ίσως κατηγορηθεί για αυτό, αλλά είναι πιθανότερο ότι οι μαθητές του κάτι θα μάθουν από αυτόν»&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Όσον αφορά την επιλογή των κατάλληλων, κάθε φορά, στρατηγικών εκμάθησης, ο εκπαιδευτικός μπορεί να αναλάβει το ρόλο του ερευνητή και λαμβάνοντας υπόψη τα πορίσματα επίσημων και έγκυρων ερευνών, να προβαίνει στη διερεύνηση και ενίσχυση των στρατηγικών εκείνων που, κατά τη γνώμη του, θα βοηθήσουν τους μαθητές του να τις χρησιμοποιούν αποτελεσματικότερα. (Cohen, 1998). Όταν ο εκπαιδευτικός κατέχει την κατάλληλη γνώση τότε είναι σε θέση να προτείνει στους μαθητές του τεχνικές και στρατηγικές εκμάθησης, που ενδεχομένως να τους βοηθήσουν σε αυτή τους την προσπάθεια.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Ένα άλλο εξίσου σημαντικό σημείο είναι η αποδοχή της ταυτότητας του παιδιού. Αυτό σημαίνει ότι ο δάσκαλος δέχεται το παιδί έτσι όπως είναι, με το «πολιτισμικό κεφάλαιο που κουβαλάει» (Δαμανάκης, 1997). Ο Cummins (2003) δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ενδυνάμωση της ταυτότητας του δίγλωσσου μαθητή, ώστε να βελτιωθεί η σχολική του επίδοση. Η θετική σχολική επίδοση ενός μαθητή αντανακλά τη θετική αίσθηση ταυτότητας που αναπτύσσει, το κίνητρό του να πετύχει ακαδημαϊκά, τη βεβαιότητά του ότι η παρουσία του είναι σεβαστή μέσα στη σχολική τάξη. Όπως επισημαίνει η Σκούρτου (2003: 31) «τα μαθήματα του αναλυτικού προγράμματος ή οι συγκεκριμένες τεχνικές διδασκαλίας είναι δευτερεύουσας σημασίας, αν πρώτιστα ο μαθητής δεν αναπτύξει την αίσθηση της επιβεβαίωσης στις σχέσεις του με το δάσκαλό του». Εξάλλου, όταν η αναπτυσσόμενη αυτεπίγνωση των μαθητών επιβεβαιώνεται μέσα από τις σχέσεις με τους δασκάλους, οι μαθητές έχουν περισσότερες πιθανότητες να καταβάλουν προσπάθεια για μάθηση και να συμμετέχουν ενεργά στη διδασκαλία Γεγονός είναι ότι το θετικό κλίμα οδηγεί σε όλο και μεγαλύτερη προσπάθεια των μαθητών.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Μετατρέψτε την τάξη σε κοινότητα συμμετοχής και αμοιβαιότητας. Ο Cummins (2003) τονίζει τη σπουδαιότητα του εκπαιδευτικού υλικού για το σκοπό αυτό και επισημαίνει ότι η επιλογή του από τον διδάσκοντα θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτική, προκειμένου να εξασφαλίζεται η σύνδεσή του με το πολιτισμικό υπόβαθρο και την προηγούμενη εμπειρία των μαθητών.&lt;/li&gt;&lt;/ul&gt; &lt;p&gt;Ο σύγχρονοι δάσκαλοι θα πρέπει:&lt;/p&gt; &lt;ul&gt;&lt;li&gt;να δημιουργούν συνεργατικό μαθησιακό περιβάλλον&lt;/li&gt;&lt;li&gt;να κάνουν διάγνωση των αναγκών και των ενδιαφερόντων των μαθητών&lt;/li&gt;&lt;li&gt;να σχεδιάζουν δραστηριότητες οι οποίες βοηθούν στην επίτευξη των στόχων&lt;/li&gt;&lt;li&gt;να επιλέγουν τις κατάλληλες μεθόδους, τα υλικά και τις πηγές για την επίτευξη των στόχων&lt;/li&gt;&lt;li&gt;να αξιολογούν την ποιότητα της μαθησιακής εμπειρίας παράλληλα με την ανάγκη για περαιτέρω μάθηση.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;να διευκολύνουν τη διεργασία του αυτοπροσδιορισμού των μαθητών χωρίς να τραυματίζουν την αυτοεκτίμησή τους.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Σύμφωνα με τον Rogers (2000) ο εκπαιδευτικός καλείται να παίξει διάφορους ρόλους ως δάσκαλος, ως ακροατής, ως μέλος της ομάδας και ως αρχηγός της ομάδας. Συνεπώς, οι εκπαιδευτικοί χρειάζεται να έχουν καλλιεργήσει τις κοινωνικές τους ικανότητες, ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν επιτυχώς σε αυτόν τον πολυδιάστατο ρόλο τους. Σύμφωνα με τον ίδιο, για να λειτουργήσει ένας εκπαιδευτικός ως μέλος της ομάδας, χρειάζεται να ανανεώνει τις γνώσεις του σε όλη τη διάρκεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας, να λειτουργεί ως πρότυπο για τους μαθητές του, να αφιερώνει χρόνο για ανασκόπηση της ύλης και να ενισχύει τους μαθητές του για συνεχή μάθηση και για αξιολόγηση των όσων έμαθαν.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Ο δάσκαλος οφείλει να λειτουργεί ως ένας ολοκληρωμένος συντονιστής της εκπαιδευτικής διεργασίας, ως σύμβουλος και εμψυχωτής, ως ενθαρρυντής στην ερευνητική πορεία προς τη γνώση, ως παρακινητής των μαθητών για δραστηριοποίηση και αναζήτηση νέων εμπειριών . Με δύο λέξεις, ο δάσκαλος οφείλει να μάθει τους μαθητές του πώς να μαθαίνουν.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Σύμφωνα με τα όσα επισημαίνει ο Cummins (2003:170), «ως αποτελεσματική διδασκαλία θεωρείται συχνά η συλλογή τεχνικών ή στρατηγικών, οι οποίες ενισχύουν την κατανόηση νέων πληροφοριών από τους μαθητές και την ανάπτυξη των δεξιοτήτων των τελευταίων ». Η γνώση και η αποτελεσματική εφαρμογή μέσα στην τάξη τεχνικών όπως η χρήση γραφημάτων, η συνεργατική μάθηση, η ανάπτυξη μαθησιακών στρατηγικών, η βοηθητική διδασκαλία από συμμαθητές ή αλληλοδιδασκαλία (peer tutoring), τα ημερολόγια διαλόγου2 (dialogue journals), η αυθεντική αξιολόγηση (authentic assessment), είναι ορισμένες από τις πολυάριθμες σημαντικές δραστηριότητες, ωστόσο δεν ισοδυναμούν απαραίτητα με αποτελεσματική διδασκαλία, εάν παραμερίζεται ο παράγοντας της αναγνώρισης των ανθρώπινων σχέσεων. Προκειμένου οι μαθητές να επενδύσουν την ταυτότητά τους στην απόκτηση της νέας γλώσσας και στην συμμετοχή στη νέα πολιτισμική τους κοινότητα, θα πρέπει να βιώσουν θετικές και ενθαρρυντικές σχέσεις αλληλεπίδρασης με μέλη της κοινότητας αυτής. Οι τεχνικές και οι στρατηγικές μπορούν να αποβούν χρήσιμες και αποτελεσματικές, εάν εκπαιδευτικός και μαθητές καλλιεργήσουν μια σχέση αλληλοσεβασμού και αλληλοαποδοχής.&lt;/li&gt;&lt;/ul&gt; &lt;p&gt;Ο Schifini πρότεινε τις ακόλουθες στρατηγικές για την αξιοποίηση του γνωστικού υπόβαθρου του παιδιού :&lt;/p&gt; &lt;ul&gt;&lt;li&gt;Χρήση εποπτικών μέσων για υποκίνηση της συζήτησης&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Μετάδοση γνώσεων μέσω παρουσίασης παλιών αντικειμένων, αφισών, πολυμέσων, αντικειμένων καθημερινής χρήσης, κ.α..&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Ανταλλαγή εμπειριών μεταξύ των μαθητών με διαφορετική προέλευση&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Γραπτή διατύπωση προηγούμενων γνώσεων.&lt;/li&gt;&lt;/ul&gt; &lt;p&gt;Δεν είναι δύσκολο να δεχθούμε ότι η άσκηση ενός συγκεκριμένου τύπου διδασκαλίας έναντι κάποιου άλλου επηρεάζει ή και καθορίζει την τελική επιλογή των στρατηγικών εκμάθησης. Οι δάσκαλοι παίζουν ένα σημαντικότατο ρόλο στην εκπαιδευτική διαδικασία, καθώς οι δικές τους επιλογές συχνά μετατρέπονται σε επιλογές των ίδιων των μαθητών. Εάν, για παράδειγμα, ένας εκπαιδευτικός κατευθύνει τους μαθητές του προς την αυτοαξιολόγηση, είναι πολύ πιθανόν ότι και αυτοί με τη σειρά τους θα αναπτύξουν ιδιαίτερα τις μεταγνωστικές στρατηγικές. Εάν ο δάσκαλος τους ζητάει να απομνημονεύουν, τότε η στρατηγική της απομνημόνευσης θα γίνει επίσης προσφιλής στους μαθητές. Τοιουτοτρόπως, εάν ενθαρρύνεται η ομαδική εργασία ή η εργασία ανά ζεύγη, αυτόματα ενισχύονται οι κοινωνικοσυναισθηματικές στρατηγικές.&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Διδασκαλία και επικοινωνία&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Η επικοινωνία αποτελεί μια κοινωνική λειτουργία που ενυπάρχει μέσα στην κοινωνία και προκύπτει από αυτή. Σύμφωνα με τον Bateson η επικοινωνία είναι μια διεργασία που έχει σκοπό και διεξάγεται σε κάποιο πλαίσιο (Watzlawide,1984) και μέσω της οποίας επιδιώκεται η μεταβίβαση πληροφοριών, συναισθημάτων, σκέψεων από έναν πομπό σε ένα δέκτη (Shannon &amp;amp;Weaver, 1949).&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Ένα επικοινωνιακό σχήμα χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ενός πομπού ο οποίος αποτελεί την πηγή της πληροφορίας ή του μηνύματος, ενός δέκτη, λήπτη του μηνύματος και ένα μήνυμα. Η μεταβίβαση του μηνύματος κάθε φορά μπορεί να γίνεται μέσω διαφορετικού καναλιού ( φωνητικός έντυπος λόγος , παγκόσμιος ιστός με διαφορετικούς κώδικές λεκτικούς ή εξωλεκτικούς και σε διαφορετικές συνθήκες.&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Η επικοινωνία μπορεί να λαμβάνει έμμεση μορφή, με την οποία δεν υπάρχει δυνατότητα ανάδρασης του αποδέκτη του μηνύματος ή άμεση διαπροσωπική μορφή, η οποία βασίζεται στην ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ πομπού και δέκτη.&lt;/p&gt; &lt;p&gt;H διαπροσωπική επικοινωνία αποτελεί ένα βασικό παράγοντα για την προσωπική ανάπτυξη και την ψυχική υγεία του ατόμου καθώς διευκολύνει την κοινωνικοποίηση και την ανάπτυξη των σχέσεων&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Η θεώρηση της επικοινωνίας ως διαδικασίας οδήγησε στο σχηματισμό διαφορετικών μοντέλων όπως το γραμμικό , το κυβερνητικό και το συστημικό .&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Το γραμμικό μοντέλο βασίζεται σε μια γραμμική μετάδοση πληροφοριών, θεωρώντας τον πομπό γνώστη των πληροφοριών και τον δέκτη παθητικό αποδέκτη του μηνύματος. Το μοντέλο αυτό ταυτίζει την επικοινωνία με την πληροφόρηση και ανταποκρίνεται σε μια συγκεκριμένη αντίληψη της παιδαγωγικής η οποία στηρίζεται στην απλή μετάδοση γνώσεων.&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Το κυβερνητικό μοντέλο μετατοπίζει την προσοχή στον δέκτη και επιδιώκει την αλληλεπίδραση, μέσω της οποίας θα επιτευχθεί ο σκοπός της επικοινωνίας. Το μοντέλο αυτό βασίζεται στην συμπεριφοριστική θεωρία.&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Το συστημικό μοντέλο θεωρεί την επικοινωνία ως ένα ανοιχτό σύστημα σχέσεων των ανθρώπων με τα μέσα επικοινωνίας και το περιβάλλον. Τα μέρη του συστήματος βρίσκονται σε μια αλληλεξάρτηση διαδραματίζοντας συγχρόνως τον ρόλο του πομπού και του δέκτη.&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Η αποτελεσματική επικοινωνία είναι μια επίκτητη διαδικασία. Η επικοινωνιακή ικανότητα καλλιεργείται σε νεαρή ηλικία και εξελίσσεται με την ανάπτυξη του ατόμου αρχικά στο σχολικό περιβάλλον και έπειτα στον εργασιακό χώρο. Επομένως η εκπαιδευτική διαδικασία θα πρέπει να ενθαρρύνει την επικοινωνία στο σχολικό περιβάλλον, μέσω των παιδαγωγικών πρακτικών και να στοχεύει στην ανάπτυξη επικοινωνιακών δεξιοτήτων.&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Η θεώρηση της σχολικής τάξης ως σύστημα συντελεί στην δημιουργία του ψυχολογικού κλίματος της. Η συστημική προσέγγιση εισάγει στην εκπαίδευση το αίσθημα της συλλογικότητας. Η συνεργασία μεταξύ των μελών του συστήματος καθίσταται αναγκαία, τα γνωστικά αντικείμενα εμπλουτίζονται, αναπτύσσονται σχέσεις οι οποίες δημιουργούν κανάλια επικοινωνίας. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται η παραγωγικότητα και η αποδοτικότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Σύμφωνα με τον Βronfenbrenner (1979), η σχολική τάξη ως σύστημα ασκεί ουσιαστικά επίδραση στην ανάπτυξη του ατόμου και στον καθορισμό της σχέσης του με τον εαυτό του και τους άλλους. Στα πλαίσια αυτής της θεώρησης τα άτομα επηρεάζονται τόσο από τους γνωστικούς παράγοντες που σχετίζονται με τη μάθηση, όσο και από κοινωνικούς, συναισθηματικούς, διαπροσωπικούς και πολιτισμικούς παράγοντες.&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Πίνακας 1&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Η εισαγωγή των νέων τεχνολογιών στην εκπαίδευση και η δημιουργία συνεργατικών εκπαιδευτικών μοντέλων βοηθά στην δημιουργία ενός πλαισίου ενεργητικής και επικοινωνιακής μάθησης, συνδυάζει τη θεωρία με την πράξη και προσφέρει ποικιλία γνωστικών αντικειμένων. Πρόκειται για μοντέλα συνεργατικής μάθησης που παρέχουν την δυνατότητα πρόσβασης σε νέες πηγές πληροφορίες, επιδιώκουν την απόκτηση δεξιοτήτων και τον τεχνολογικό αλφαβητισμό, αναβαθμίζουν και εμπλουτίζουν την εκπαιδευτική διαδικασία. Με τη χρήση λογισμικών ξεφεύγουν από την παραδοσιακή διάλεξη και την παθητική ακρόαση, αποκτούν ενεργό ρόλο στη εκπαιδευτική διαδικασία και δεν δημιουργούν σχέσεις εξάρτησης με τον δάσκαλο(Καλαματιανού, Μούκα, Χατζηγιάννη, 2002)&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Εάν οι μαθητές σας προέρχονται από ένα δύσκολο οικογενειακό περιβάλλον:&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Τα παιδιά με απορριπτικούς-αδιάφορους γονείς, οι οποίοι διαθέτουν ελάχιστο χρόνο γι’ αυτά, αναπτύσσουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:&lt;/p&gt; &lt;ul&gt;&lt;li&gt;Θεωρούν ότι δεν αξίζουν την προσοχή και τη φροντίδα των άλλων, αλλά ακόμα και όταν την δέχονται την αντιμετωπίζουν καχύποπτα.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Ο φόβος της απόρριψης κατατρύχει και οριοθετεί τις πράξεις τους. Όταν εμπλακούν σε κάποια συναισθηματική σχέση, γίνονται υπερβολικά ζηλόφθονες, εξαρτητικοί ή αναπτύσσουν μαζοχιστικά χαρακτηριστικά, φοβούμενοι ότι θα απολέσουν την αγάπη, που με τόση επίπονη υπέρβαση κέρδισαν. Συνήθως αυτή η συμπεριφορά εξωθεί τους υπόλοιπους να τους εγκαταλείπουν, επιβεβαιώνοντας έτσι τους αρχικούς τους φόβους.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Σπανίως γίνονται διεκδικητικοί. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση τους αποτρέπει από το να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, να εμπλέκονται σε συγκρούσεις, και να υπερασπίζονται τις απόψεις τους, ακόμα κι όταν έχουν το δίκιο με το μέρος τους. Πολλές φορές πίσω από τη χαμηλή αυτοεικόνα εμφωλεύει ένας λανθάνων ναρκισσισμός, δεδομένου ότι η δειλία τούς προστατεύει από την έκθεση του εαυτού τους στην κρίση των άλλων.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Επιζητούν την επιδοκιμασία των άλλων και εξαρτούν τη διάθεσή τους από αυτήν.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Παρά το ότι μπορεί να διαθέτουν υψηλό δείκτη νοημοσύνης, δεν μπορούν να επιλύσουν προβλήματα κοινωνικού περιεχομένου. Είναι επιρρεπείς στο μυστικισμό και τη μοιρολατρεία.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Πολλές φορές καταφεύγουν σε υπερωρίες στον ακαδημαικό ή εργασιακό τομέα, επιζητούν την υπερεπίδοση, την εξουσία ή το χρήμα, μέσα που πρόσκαιρα τους προσφέρουν ανακούφιση από την ανασφάλειά τους.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Ό,τι για τους υπόλοιπους δρα ως θετικός ενισχυτής, σε αυτούς είναι αδιάφορο. Είναι ανίκανοι να απολαύσουν τις μικροχαρές της ζωής, γεγονός που προοιωνίζει κατάθλιψη.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Αδυνατούν ή αρνούνται να αξιολογήσουν σωστά τις δυνατότητές τους και αισθάνονται αμηχανία, όταν οι άλλοι τους επαινούν.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Η ταυτότητα του εαυτού τους είναι απροσδιόριστη, χωρίς συνέπεια και στοχοθεσία. Υιοθετούν συμπεριφορές, για να γίνουν αρεστοί στους άλλους.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Έχουν χαμηλή συναισθηματική νοημοσύνη και επικοινωνιακά προβλήματα.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Γίνονται επιθετικοί, όταν απειληθούν, ειδικά εάν διαθέτουν υψηλή φαινομενική αυτοεκτίμηση.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Κάθε ματαίωση στη ζωή τους είναι πηγή ανεξέλεγκτου άγχους, μαλαγχολίας και αποσυντονισμού.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Είναι εξαρτημένοι από την οικογένειά τους και διατηρούν τη σχέση αυτή και μετά την ενηλικίωση.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Εκδηλώνουν συχνά νευρωσικές συμπεριφορές, όπως ροπή προς τον αλκοολισμό, τη χαρτοπαιξία, τα ναρκωτικά, τον υπερκαταναλωτισμό, τις σεξουαλικές ακρότητες και τον ηδονισμό.&lt;/li&gt;&lt;/ul&gt; &lt;p&gt;Υπάρχουν τρεις βασικές συνθήκες, για τις οποίες ευθύνονται οι εκπαιδευτικοί και καθορίζουν την εξέλιξη του παιδιού:&lt;/p&gt; &lt;ul&gt;&lt;li&gt;Αγάπη και στοργή χωρίς όρους.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Σωστά καθορισμένα όρια, που σταθερά εφαρμόζονται.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Σεβασμός που δίνεται στα παιδιά φανερά, άμεσα και καθημερινά.&lt;/li&gt;&lt;/ul&gt; &lt;p&gt;Οι μαθητές που έχουν εμπεδώσει το αίσθημα αποδοχής εμπλέκονται εύκολα με τους άλλους μαθητές, απολαμβάνουν νέες εμπειρίες, είναι περίεργα και κάνουν ερωτήσεις, προσφέρουν αυθόρμητα και ανταποκρίνονται στις προκλήσεις. Τα παιδιά με αδιάφορους γονείς δυσκολεύονται να τους αποχωριστούν, είναι απόμακρα, εμπλέκονται σε δραστηριότητες όταν νιώθουν ασφαλή, παρακολουθούν τους άλλους για ν’ αποφασίσουν τι θα κάνουν πριν δοκιμάσουν κάτι καινούργιο. Σπάνια κάνουν ερωτήσεις ή απαντούν παρορμητικά, έχουν δυσκολία στο να μοιράζονται και τείνουν να σχετίζονται στενά μ’ έναν περιορισμένο αριθμό παιδιών.&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Μερικά παιδιά μπορεί να είναι από τη φύση τους ντροπαλά κι εσωστρεφή, έχουν όμως υψηλή αυτοεκτίμηση, ακόμη κι αν δεν κάνουν πολλές ερωτήσεις ή δεν προσφέρουν αυθόρμητες απαντήσεις. Όμως το παιδί με που δεν εσωτερίκευσε τη γονεϊκή φροντίδα εμφανίζει υψηλό βαθμό άγχους, φοβάται να ρισκάρει και δεν σχετίζεται θετικά με τα άλλα παιδιά.&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Πολλά παιδιά περνούν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους με ένα γονέα ή προέρχονται από οικογένειες όπου και οι δύο γονείς εργάζονται πολλές ώρες. Συχνά αυτοί οι γονείς έχουν πολλές ασχολίες και αγωνίζονται ν’ αντιμετωπίσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις. Είναι πολύ δύσκολο γι’ αυτά τα παιδιά ν’ αναπτύξουν ένα δυνατό αίσθημα ταυτότητας και να κατανοήσουν τις δυνάμεις και τις αδυναμίες τους. Είναι πολύ δύσκολο γι’ αυτά να πεισθούν ότι είναι σημαντικά άτομα που αξίζουν το σεβασμό και την ευτυχία. Οι μελέτες αποδεικνύουν ότι παιδιά που δε λαμβάνουν προσοχή ή ανατροφοδό¬τηση, τείνουν να έχουν φτωχότερη αντίληψη για τον εαυτό τους, από εκείνα που δέχονται θετική είτε αρνητική ανατροφοδότηση σε τακτική βάση. Είναι δηλαδή σαν τα παιδιά να εξισώσουν το συναίσθημα τού πόσο σημαντικά είναι με το σύνολο της προσοχής που λαμβάνουν.&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Οι εκπαιδευτικοί μπορούν εύκολα να αντιληφθούν εκείνα τα παιδιά που χρειάζονται επιβεβαίωση και που μερικές φορές κάνουν τα πάντα προκειμένου να τραβήξουν την προσοχή τους. Αν αυτά τα παιδιά καταλάβουν ότι δεν μπορούν να κερδίσουν την προσοχή μέσα από κάποιο επίτευγμα ή θετικό μέσο, τότε θα καταφύγουν στην ανάρμοστη συμπεριφορά, για να μην αγνοηθούν. Είναι όμως εξαιρετικά σημαντικό, οι γονείς να μεταφέρουν ένα αίσθημα φροντίδας σε κάθε παιδί, ειδικότερα σ’ εκείνα που δεν κάνουν εύκολα σχέσεις και τα οποία χρειάζονται αυτό το αίσθημα περισσότερο.&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Καθώς τα παιδιά πλησιάζουν την εφηβεία, οι παράγοντες που έχουν τη μεγαλύτερη επιρροή στην αυτοεκτίμησή τους αρχίζουν να αλλάζουν. Από το να ευχαριστεί κανείς τους ενήλικες, τείνει να κερδίσει την αποδοχή των συνομηλίκων του. Για τα αγόρια, ηλικίας 11-14, η σωματική δύναμη και η δημοτικότητα στα κορίτσια, φαίνεται να είναι παράγοντες πρωταρχικής σημασίας. Για τα κορίτσια, η δημοτικότητα στα αγόρια είναι ιδιαίτερα σημαντική. Τα παιδιά σ’ αυτή την ηλικία αφιερώνουν ένα σημαντικό ποσό χρόνου στο να περιποιούνται την εξωτερική τους εμφάνιση, στο να ενημερώνονται για το ποιος είναι φίλος με ποιόν και στο να συμβαδίζουν με τον εφηβικό τους κόσμο. Το κοινωνικό στάτους σε σχέση με τους συνομήλικες γίνεται σημαντικό για τον έφηβο. Είναι όμως δυνατόν, παιδιά που είχαν υψηλή αυτοεκτίμηση γιατί μπορούσαν να ικανοποιήσουν τους ενήλικες, τώρα να υποφέρουν από χαμηλή αυτοεκτίμηση ή να απομονωθούν κοινωνικά. Τα παιδιά που δεν μπορούν να κερδίσουν την αποδοχή μέσα από τυπικά μέσα, μπορεί να κινδυνεύουν να αναπτύξουν χαμηλή αυτοεκτίμηση. Σ’ αυτή την περίπτωση αγωνίζονται για να βρουν τρόπους με τους οποίους να αισθανθούν ση¬μαντικοί, έστω και με αποκλίνοντες τρόπους. Τέτοια παιδιά συνήθως καταναλώνουν αλκοόλ ή καταφεύγουν στα ναρκωτικά, καυχιούνται για τα σεξουαλικά τους επιτεύγματα ή ρισκάρουν επικίνδυνα.&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Οι πρωταρχικοί παράγοντες στους οποίους βασίζεται η αυτοεκτίμηση συνεχώς αλλάζουν. Καθώς τα παιδιά πηγαίνουν στο Λύκειο, το άγχος των εξετάσεων αυξάνει και η σημασία της κοινωνικής δημοτικότητας μειώνεται. Δίνεται περισσότερη σημασία στην εκτίμηση του ατόμου για τις ικανότητές του. Η “καριέρα” απασχολεί ιδιαίτερα τον έφηβο σ’ αυτή την ηλικία. Με την έναρξη της ενηλικίωσης μεγαλύτερη σημασία δίνεται στην επιτυχία, στην επίτευξη και στο εισόδημα, ενώ λιγότερη σημασία αποδίδεται στους παράγοντες που ήταν τόσο σημαντικοί στην εφηβεία-αθλητικές επιτεύξεις, δημοτικότητα, κοινωνική θέση.&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Πώς μπορούν οι εκπαιδευτικοί να βοηθήσουν τους μαθητές τους;&lt;/p&gt; &lt;ul&gt;&lt;li&gt;Πρώτον, μπορούν να παρέχουν ευκαιρίες ώστε τα παιδιά να κερδίζουν την προσοχή και να αισθάνονται σημαντικοί με αποδεκτούς τρόπους.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Δεύτερον, μπορούν να φροντίσουν ώστε κανένα παιδί να μην αισθάνεται απομονωμένο ή κοινωνικά απορριπτέο. Σε μερικές περιπτώσεις ίσως να είναι απαραίτητο να διδαχτούν βασικές κοινωνικές δεξιότητες τα παιδιά που δεν έχουν ποτέ διδαχτεί, όπως το πώς να συναναστρέφονται τους άλλους, ώστε να κερδίζουν την αποδοχή.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Τρίτον, είναι σημαντικό να τονίζουν στα παιδιά τη σημασία της εσωτερικής αίσθησης της αυτοεκτίμησης από το να βασίζονται σε εξωτερικές πηγές όπως: το να ευχαριστούν τους άλλους, την εμφάνιση, τη δημοτικότητα, την κοινωνική θέση. Οι εσωτερικές πηγές βασίζονται στη δυνατή αίσθηση της ταυτότητας ή της αντίληψης “του ποιος είναι κάποιος”, την ξεκάθαρη γνώση του ατόμου που “κάποιος θέλει να είναι” και τα πράγματα που “αυτός θέλει να πετύχει”.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Τέταρτον, μπορούν να ενθαρρύνουν τα παιδιά να έχουν διορατικότητα και σχετική πρόβλεψη του μέλλοντος, βοηθώντας τα να θέτουν στόχους για τον εαυτό τους και να χρησιμοποιούν κατάλληλα μέσα για να πετύχουν σ’ αυτούς τους στόχους.&lt;/li&gt;&lt;/ul&gt; &lt;p&gt;Τα παιδιά που οικοδομούν καλές σχέσεις με τους γονείς τους, συμπεριφέρονται διαφορετικά από εκείνα που έχουν βιώσει τη συναισθηματική απομάκρυνση των γονέων. Τα πρώτα βλέπουν τον εαυτό τους ρεαλιστικά και αποδέχονται ότι “είναι εντάξει”. Μπορούν να αναγνωρίσουν τις δυνατότητές τους και γνωρίζουν τους περιορισμούς τους. Η αξιολόγηση, που τα ίδια κάνουν για τις ικανότητές τους, βασίζεται σε μια ακριβή ανατροφοδότηση παρά σε διαστρέβλωση αυτού που θα ήθελαν να πιστεύουν για τον εαυτό τους.&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Γενικά, έχουν ένα ευρύ κύκλο φίλων, είναι εύκολο γι’ αυτά να σχετίζονται με άλλους και να τα πάνε καλά με τους περισσότερους μαθητές της τάξης. Τα παιδιά με υψηλή οικογενειακή αυτοεκτίμηση συχνά αποτελούν τους φυσικούς – θετικούς αρχηγούς της τάξης. Προσφέρονται εθελοντικά, είναι πρόθυμοι να βοηθήσουν τους άλλους, αλλά και να ρισκάρουν. Σε συνεργατικές συνθήκες μάθησης, τα καταφέρνουν καλά σχεδόν σε οποιαδήποτε ομάδα. Ανταποκρίνονται στις προκλήσεις και είναι πρόθυμα να δοκιμάσουν καινούργια πράγματα. Δεν απειλούνται από αλλαγές ή από νέες καταστάσεις, ανταποκρίνονται θετικά στον έπαινο και την αναγνώριση και αισθάνονται καλά για τα επιτεύγματά τους, αφού νιώθουν υπεύθυνα για τα αποτελέσματα. Όταν βρίσκονται αντιμέτωπα με τα λάθη τους ή με λανθασμένη συμπεριφορά, αναγνωρίζουν με ρεαλιστικό τρόπο τι έχει συμβεί και ποιο είναι το λάθος τους.&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Θέτουν στόχους για τον εαυτό τους, γνωρίζουν τι θέλουν να κάνουν στη ζωή τους και τι θα ήθελαν να πετύχουν. Συχνά έχουν ήρωες και πρότυπα για να καθοδηγούν τη ζωή τους. Όταν αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα, συχνά βρίσκουν εναλλακτικούς τρόπους για την επίλυσή του. Επίσης έχουν ισχυρές απόψεις που δεν φοβούνται να τις εκφράσουν..&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Τα παιδιά που έχουν βιώσει την συναισθηματική απομάκρυνση των γονιών τους μπορούν εύκολα να αναγνωριστούν. Εμπλέκονται σε αμυντικές συμπεριφορές προκειμένου να αποτρέψουν τους άλλους να καταλάβουν πόσο ανεπαρκείς και ανασφαλείς αισθάνονται. Αυτοί οι αμυντικοί μηχανισμοί μπορεί να είναι ένας από τους ακόλουθους:&lt;/p&gt; &lt;ul&gt;&lt;li&gt;Επανάσταση, αντίδραση, άμυνα ή εκδίκηση.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Δεν πιστεύουν, πειράζουν ή υποτιμούν τους άλλους.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Λένε ψέματα, εξαπατούν ή αντιγράφουν.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Κατηγορούν τους άλλους, όταν τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη για τις πράξεις τους.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Εκφοβίζουν ή απειλούν τους άλλους.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Αποσύρονται, είναι ντροπαλοί ή συνεχώς ονειροπολούν.&lt;/li&gt;&lt;li&gt;Εμπλέκονται σε καταστάσεις φυγής, όπως βραδύτητα, σκα¬σιαρ¬χείο, ναρ¬κωτικά ή εξάρτηση από το αλκοόλ.&lt;/li&gt;&lt;/ul&gt; &lt;p&gt;Τείνουν να χρονοτριβούν, απαιτούν επιπλέον προσοχή, επινοούν δικαιολογίες και κατηγορούν τους άλλους όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά. Μπορεί να αντιδράσουν κατηγορηματικά με κομπασμό και καυχησιολογίες ή μπορεί να ενεργούν σαν “κλόουν”. Συνήθως καταφεύγουν σε οτιδήποτε θεωρούν απαραίτητο, για να αντισταθμίσουν τα συναισθήματα ανεπάρκειας που νιώθουν. Αυτά τα παιδιά δεν μπορούν να επωφεληθούν από τις συμβουλές. Αυτό οφείλεται στο ότι είναι περισσότερο απασχολημένα, με το τι οι άλλοι νομίζουν γι’ αυτούς, παρά μ’ αυτό που τους εξηγείται. Φοβούνται επίσης την αποτυχία και πολλές φορές θεωρούν ότι είναι καλύτερα να μην προσπαθήσουν, παρά να ρισκάρουν την περίπτωση της αποτυχίας. Έτσι, σαν αποτέλεσμα, σπάνια προσπαθούν όσο χρειάζεται προκειμένου να πετύχουν. Ακόμα κι όταν τους γίνονται προτάσεις ή τους υποδεικνύονται τα λάθη τους, αυτοί παίρνουν μια αμυντική θέση, που τους εμποδίζει να επωφεληθούν από τις συμβουλές. Είναι παγιδευμένοι στην αυτοεικόνα τους, που διακατέχεται από αποτυχία και γνωρίζουν ότι είναι ανίκανοι να εκπληρώσουν τις φιλοδοξίες που οι άλλοι θέτουν γι’ αυτούς ή που οι ίδιοι έχουν. Έτσι αισθάνονται ανάξιοι, ανεπαρκείς και μη αγαπητοί.&lt;/p&gt; &lt;p&gt;Στην πραγματικότητα επιθυμούν όσο τίποτα άλλο την αγάπη, την αποδοχή, τη θετική αναγνώριση και το σεβασμό από τους άλλους. Γι’ αυτό χρειάζεται να γίνουν επίμονες προσπάθειες, να τους παρέχεται περισσότερη υποστήριξη, πολλαπλές ευκαιρίες για επιτυχία, θετική ανατροφοδότηση και ειδικότερα η αίσθηση ότι κάποιος ενδιαφέρεται πραγματικά γι’ αυτούς.&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6126784924047014371-7889891292624698700?l=alexandrospapanis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/feeds/7889891292624698700/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/10/blog-post_25.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/7889891292624698700'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/7889891292624698700'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/10/blog-post_25.html' title='Τα χαρακτηριστικά του πετυχημένου εκπαιδευτικού'/><author><name>Δρ. Αλέξανδρος Παπάνης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14387444323366524626</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='30' src='http://4.bp.blogspot.com/_aMH3uwQ9geM/SsEoryw5D_I/AAAAAAAAABg/OLQ43IaXIZc/S220/IMG_0119.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6126784924047014371.post-8185139589923217789</id><published>2009-10-22T07:20:00.000-07:00</published><updated>2009-10-22T07:24:35.232-07:00</updated><title type='text'>Εκπαίδευση Ενηλίκων</title><content type='html'>Κατανοώ σημαίνει αντιλαμβάνομαι μια εμπειρία ή αλλιώς ερμηνεύω μια εμπειρία. Όταν αργότερα χρησιμοποιούμε αυτήν την εμπειρία με σκοπό να πάρουμε αποφάσεις ή να προβούμε σε πράξεις, τότε η πρώτη αυτή αντίληψη της ερμηνείας μετατρέπεται σε μάθηση. Από την άλλη, ωστόσο, μαθαίνουμε διαφορετικά όταν μέσα από την πράξη αναζητούμε τη μάθηση και διαφορετικά όταν στοχεύουμε στην κατανόηση κάποιων γεγονότων που απλά έχουν μεταφερθεί σε μας ως έμμεση εμπειρία. Η μάθηση λοιπόν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι η διεργασία παραγωγής μιας νέας ή αναθεωρημένης ερμηνείας μιας εμπειρίας. Αυτή η ερμηνεία είναι υπεύθυνη για τη μεταγενέστερη αξιολόγηση, κατανόηση και δράση του ατόμου (Mezirow, 1990).&lt;br /&gt;Όταν μαθαίνουμε προσδοκούμε να μετακινηθούμε από το σημείο Α που βρισκόμαστε τώρα και το οποίο αντιπροσωπεύει όσα γνωρίζουμε μέχρι στιγμής, στο σημείο Β, δηλαδή στους στόχους και στις προσδοκίες της μάθησής μας. Ωστόσο, σκοπός της διαδικασίας αυτής δεν είναι η απλή απόκτηση γνώσεων, πληροφοριών και δεξιοτήτων, αλλά και ο ριζικός μετασχηματισμός των νοητικών συνηθειών μας, των νοηματοδοτικών προοπτικών μας και των νοητικών συνόλων μας, με άλλα λόγια ολόκληρων των πλαισίων αναφοράς μας που συμβολίζουν το σκέπτεσθαι και το ενεργείν μας. Κατά την McGonigal (2007) η διαδικασία αυτή μετασχηματισμού καθίσταται ακόμη πιο δύσκολη και επίπονη, αν αναλογισθεί κανείς ότι στις παραδοχές του κάθε ατόμου εντάσσονται οι εμπειρίες μας, τα πιστεύω μας, οι αντιλήψεις και οι προσδοκίες πάνω στις οποίες στηρίζονται οι σκέψεις μας, τα συναισθήματα και οι συνήθειες μας – όλοι οι πολιτισμικοί κανόνες, τα κριτήρια, οι κώδικες, τα γλωσσικά σχήματα, οι προδιαγραφές και τα πρότυπα.&lt;br /&gt;Κατά συνέπεια, θα λέγαμε ότι η μετασχηματίζουσα μάθηση είναι η μάθηση που μετασχηματίζει προβληματικά πλαίσια αναφοράς και παρωχημένες παραδοχές, έτσι ώστε αυτά να γίνουν περισσότερο περιεκτικά, ανοικτά, στοχαστικά και συναισθηματικά έτοιμα για αλλαγή (Κόκκος, 2005) Η διεργασία αυτή είναι περισσότερο πιθανό να οδηγήσει σε πεποιθήσεις και γνώμες που θα αποδειχθούν περισσότερο αληθινές ή που θα αιτιολογούν την ανάληψη δράσης. Πρώτιστα όμως μέσω της μετασχηματίζουσας μάθησης γινόμαστε κριτικά ενήμεροι του πως και του γιατί έχουν φτάσει οι παραδοχές μας να περιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε, κατανοούμε και αισθανόμαστε τον κόσμο. &lt;br /&gt;Οι μετασχηματισμοί μπορεί να είναι παροδικού χαρακτήρα ή να αυξάνουν τμηματικά και μπορεί να εμπλέκουν αντικειμενικούς στόχους προσανατολισμένους προς κάποιο στόχο, ή υποκειμενικούς στόχους επαναπλαισίωσης.&lt;br /&gt;Στην αντικειμενική επαναπλαισίωση και μετασχηματισμό, οι απόψεις αλλάζουν όταν γινόμαστε κριτικά στοχαστικοί πάνω στο περιεχόμενο ενός προβλήματος ή στη διαδικασία της επίλυσης ενός προβλήματος.&lt;br /&gt;Ένα πλαίσιο αναφοράς επανασχηματίζεται όταν γινόμαστε κριτικά στοχαστικοί πάνω στις αρχές του προβλήματος και το επαναπροσδιορίζουμε.&lt;br /&gt;Στην υποκειμενική επαναπλαισίωση και μετασχηματισμό, γινόμαστε συν-συγγραφείς των πολιτισμικών αφηγήσεων που έχουμε ήδη εγγράψει μέσα μας (Μέγα, 2002).&lt;br /&gt;Και τα τρία αυτά είδη μετασχηματισμού έχουν μια κοινή συνιστώσα που είναι ο κριτικός στοχασμός και η κριτική αξιολόγηση της πηγής, των συστατικών στοιχείων, της σχετικότητας και της καταλληλότητας των λόγων που υποστηρίζουν τις παραδοχές και τις εμπειρίες μας. Ο κριτικός στοχασμός αποκτά εγκυρότητα μέσω της εμπειρικής δοκιμής που επιβεβαιώνει ή όχι αν μια θέση είναι αληθινή και αν είναι όπως υποτίθεται ότι θα έπρεπε να είναι. Ακόμη ο κριτικός στοχασμός αποδεικνύεται γόνιμος διαμέσου του διαλόγου, ο οποίος από τη φύση του εμπεριέχει διαλεκτική και στοχαστική σκέψη και που οδηγεί σε μια δυνητικά καλύτερη κρίση. Στο διάλογο αυτό συμμετέχουμε με άλλους, για τους οποίους πιστεύουμε ότι είναι ενημερωμένοι, αντικειμενικοί και ορθολογικοί, προκειμένου να αξιοποιήσουμε τις αιτίες που καθιστούν τις παραδοχές μας προβληματικές. &lt;br /&gt;Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον ο ρόλος του εκπαιδευτή είναι καταλυτικός. Συνήθως ο ίδιος επηρεασμένος από το πλαίσιο στο οποίο ζει και περιστοιχίζεται περιορίζει το έργο του στην απλή μεταβίβαση γνώσεων στους εκπαιδευόμενους, στη μηχανική “ερμηνεία” φαινομένων και καταστάσεων και στην τυπική υπακοή στις κοινωνικές, πολιτισμικές και εκπαιδευτικές “νόρμες” της εποχής του, χωρίς ουσιαστική διάθεση επαναδιαπραγμάτευσης και συνεχούς επαναπροσδιορισμού. Ακολουθεί την πεπατημένη οδό της “αφομοιωτικής” μάθησης, δηλαδή τον τύπο μάθησης που προκύπτει όταν οι εκπαιδευόμενοι αποκτούν απλώς νέες πληροφορίες που μπορούν να χωρέσουν εύκολα στις προϋπάρχουσες δομές γνώσης τους. Οι εκπαιδευτές μεταφέρουν συνειδητά ή ασυνείδητα τις προσωπικές τους αξίες, αντιλήψεις και πεποιθήσεις για τον κόσμο, οι οποίες επηρεάζουν, στη συνέχεια, τις σχέσεις τους με τους εκπαιδευόμενους και ιδιαίτερα τις προσδοκίες που έχουν από αυτούς (Perkins, 1994).         &lt;br /&gt;Η μετασχηματίζουσα μάθηση ωστόσο βλέπει το ρόλο του εκπαιδευτή από μια άλλη οπτική - αυτή του εμψυχωτή - που αποκαλύπτει τους περιορισμούς της τρέχουσας προσέγγισης του εκπαιδευόμενου, του παρέχει τις απαιτούμενες ευκαιρίες για να διορθώσει τις παραδοχές του, τον ενθαρρύνει να προβεί σε κριτικό αυτο-στοχασμό, καθώς ο εκπαιδευόμενος εξετάζει από πού προήλθαν αυτές οι παραδοχές του και πως επηρέασαν ή περιόρισαν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται  και, τέλος, ενισχύει τον κριτικό διάλογο με τους άλλους εκπαιδευόμενους, καθώς η ομάδα εξετάζει εναλλακτικές ιδέες και προσεγγίσεις. Επίσης, ο εκπαιδευτής - εμψυχωτής επιδιώκει την ελευθερία από πειθαναγκασμούς και διαστρεβλωτικές αυταπάτες, επιδεικνύει ικανότητα στην εκτίμηση των ενδείξεων και στην αντικειμενική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων και παρέχει ίσες ευκαιρίες συμμετοχής στους διάφορους ρόλους που αναδύονται μέσα από το διάλογο (Taylor, 1998). &lt;br /&gt;Όπως ειπώθηκε παραπάνω, όταν ο τρόπος με τον οποίο αποκτάμε τη γνώση μετακινείται, μέσω της μετασχηματίζουσας μάθησης, από το σημείο όπου μας “διακατείχε” σε ένα άλλο σημείο που αντιπροσωπεύει τις προσδοκίες και τους στόχους μας, τότε  το σχήμα με το οποίο γνωρίζουμε και αντιλαμβανόμαστε έχει γίνει πιο πολύπλοκο και πιο διευρυμένο. Ο ίδιος ο Mezirow (1990) αναφέρει ότι ανάμεσα στις μεθόδους με τις οποίες συντελείται η μετασχηματίζουσα μάθηση είναι «μέσω λόγου, γραπτού κειμένου, δράματος, τέχνης ή χορού». Την εμπειρία αυτή είχα την τύχη να βιώσω προσωπικά ως εκπαιδευόμενος, στα πλαίσια των μεταπτυχιακών μου σπουδών (Masters) στο Πανεπιστήμιο του Nottingham της Μ. Βρετανίας. Η εξειδίκευση αφορούσε τη διδασκαλία της Αγγλικής γλώσσας ως δεύτερης /ξένης γλώσσας και περιελάμβανε δύο υποχρεωτικούς τομείς, δηλ. το γλωσσολογικό και το μεταφραστικό τομέα και ένα προαιρετικό, δηλ. το λογοτεχνικό. Στη λογοτεχνία, τα έργα που εξετάζονταν κατατάσσονταν κατά περιόδους, ξεκινώντας από τα πρώτα Μεσαιωνικά χρόνια έως τον εικοστό αιώνα. Ανάμεσα στα άλλα περιλαμβάνονταν το λεγόμενο «Θέατρο του Παραλόγου» και δύο έργα των κυριότερων εκπροσώπων του, όπως το “Περιμένοντας τον Γκοντό” του Samuel Beckett και το “Κουκλόσπιτο” του Henrik Ibsen.&lt;br /&gt;Οι μέχρι τότε γνώσεις μου για την συγκεκριμένη λογοτεχνική κατηγορία ήταν ότι διαπνέονταν από την ελευθερία έκφρασης (σε βαθμό που να μη με βρίσκει σύμφωνο κάποιες φορές) και από τη γενική αναθεώρηση όλων αυτών που πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο θεωρούνταν δεδομένα. Η στάση μου απέναντι σε αυτό το συγκεκριμένο είδος λογοτεχνίας ήταν από αδιάφορη έως αρνητική. Τα έργα εξέφραζαν την απογοήτευση και το θυμό μιας (μακρινής για μένα) γενιάς, καθώς και  μια διαμαρτυρία ενάντια στον παραλογισμό της τότε ανθρώπινης κατάστασης - θεματολογία που αντιμετώπιζα ως ετεροχρονισμένη και μάλλον πληκτική και συνεπώς, ως χάσιμο χρόνου την ενασχόλησή μου με αυτήν (αποπροσανατολιστικό δίλημμα). Παρόλα αυτά τελικά αποφάσισα να συνεχίσω την παρακολούθηση της συγκεκριμένης ενότητας.&lt;br /&gt;Σταδιακά άρχισα να συνειδητοποιώ ότι οι γνώσεις μου για ένα ολόκληρο ρεύμα ήταν εξαιρετικά περιορισμένες (αυτοεξέταση), γεγονός που με γέμισε με συναισθήματα απογοήτευσης και ντροπής. Ίσως σε αυτό να συνέτειναν και οι μέχρι τότε αντιλήψεις μου που συχνά μοιραζόμουν με συμφοιτητές μου κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών μου σπουδών στην Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών ότι η παγκόσμια λογοτεχνία έχει να επιδείξει λαμπρότερα έργα διανόησης, όπως αυτά του Τσώσερ, του Σαίξπηρ, των Μεταφυσικών ποιητών, των Βικτοριανών συγγραφέων κλπ. (κριτική αξιολόγηση των παραδοχών). Αναγνωρίζοντας τη δυσαρέσκειά μου αποφάσισα να συμμετάσχω σε μια ομάδα της τάξης μου που είχε κοινά βιώματα με μένα και τις ίδιες περίπου (περιορισμένες) γνώσεις για το “Θέατρο του Παραλόγου και τους εκπροσώπους του” και να μοιραστώ μαζί της τις ανησυχίες μου και τους προβληματισμούς μου (αναγνώριση της πηγής της δυσαρέσκειας και μοίρασμα με άλλους της διεργασίας του μετασχηματισμού). Αποφασίσαμε να καταστρώσουμε ένα σχέδιο δράσης που περιελάμβανε τη συστηματική μελέτη της σχετικής βιβλιογραφίας στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου, την καταγραφή αναφορών, σημειώσεων, παραπομπών και ιδεών (σχεδιασμός ενός προγράμματος δράσης). Παράλληλα, αποφασίσαμε να έρθουμε σε επαφή με το διδάσκοντα καθηγητή, ο οποίος μας έδωσε πολύτιμες πληροφορίες και φώτισε διάφορες πτυχές του θέματος μας με εύστοχα σχόλια και παρατηρήσεις, γεγονός που μας βοήθησε στην αποτελεσματική ολοκλήρωση του συγκεκριμένου προγράμματος (απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων).  Όμως η επαφή μου με το λογοτεχνικό αυτό είδος δεν σταμάτησε εκεί. Μετά το πέρας των μεταπτυχιακών μου σπουδών και επανερχόμενος στην Ελλάδα αποφάσισα να εντρυφήσω ακόμη περισσότερο στα έργα των δύο αυτών συγγραφέων και να δημοσιεύσω δύο άρθρα μου σε επιστημονικό περιοδικό των καθηγητών αγγλικής γλώσσας (Bridges, Τεύχη 3 και 9), όπου διαπραγματευόμουν τη θέση της γυναίκας (στο πρόσωπο της Νόρας, η οποία επίσης μετασχηματίζεται στο έργο του Ίψεν “Το κουκλόσπιτο” σε σχέση με τον πατριαρχικό ρόλο του συζύγου, τη κυρίαρχη θέση της εκκλησίας στα κοινωνικά δρώμενα και το γενικότερο συντηρητικό πολιτισμικό πλαίσιο της εποχής εκείνης) (οικοδόμηση ικανότητας και αυτοπεποίθησης για το νέο ρόλο).                         &lt;br /&gt;Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι η μετασχηματίζουσα μάθηση λειτουργεί ενάντια στις ιδεολογικές και υλικές δυνάμεις που επιδρούν στη ζωή μας, ευαισθητοποιεί τα άτομα αναφορικά με την αυτονομία της κουλτούρας και κινητοποιεί προς τη συνεχή διαπραγμάτευση και αναδιάρθρωση των ιδεολογικών καλουπιών μέσα στα οποία ζούμε. Με αυτού του είδους τη διεύρυνση οι άνθρωποι μπορούν να προκαλούν την ανάκληση πλήθους αναμνήσεων, καθώς βαθμιαία οι κεραίες τους γίνονται πιο ευαίσθητες απέναντι στις αντιφάσεις και προκλήσεις της κυρίαρχης ιδεολογίας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σε άρθρο του ο Kennedy (1990, στο Mezirow, 1990) “τέτοιου είδους συμβάντα προσωπικού και κοινωνικού μετασχηματισμού δείχνουν σε όλους τις συνέπειες που έχει στη ζωή μας το να οικοδομούμε επάνω σε μια αποκάλυψη”.&lt;br /&gt;Αν εστιάζονταν περισσότερες δραστηριότητες ενήλικης εκπαίδευσης στον κρίσιμο στοχασμό επάνω σε αυτές τις εμπειρίες, η σωρευτική επίδραση θα ήταν ισχυρή.&lt;br /&gt;ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ&lt;br /&gt;1. Kennedy W. (1990, “Transforming Ideologies” στο Mezirow, 1990 “Fostering Critical Reflection in Adulthood”, Jossey-Bass, San Francisco)&lt;br /&gt;2. Kόκκος Α (2005), “Εκπαίδευση Ενηλίκων: Ανιχνεύοντας το πεδίο”, Μεταίχμιο, Αθήνα.&lt;br /&gt;3. McGonigal K. (2007) “Διδασκαλία για το Μετασχηματισμό: από τη Μαθησιακή θεωρία στις Διδακτικές Στρατηγικές”, Εκπαίδευση Ενηλίκων, τ. 12, σελ: 12-15.&lt;br /&gt;4. Μέγα Γ. (2002) “Γλώσσα και τέχνη: πρόταση για δημιουργική διδασκαλία. Έρευνα σε μαθητές του Δημοτικού Σχολείου”, Παιδαγωγική Επιθεώρηση, σελ:120-133.&lt;br /&gt;5. Mezirow J. (1990) “Fostering Critical Reflection in Adulthood”, Jossey-Bass, San Francisco&lt;br /&gt;6. Perkins D. (1994) “The Intelligent Eye: Learning to Think by Looking to Art”, The Getty Institute for the Arts, LA California&lt;br /&gt;7. Taylor W.E. (1998) “The Theory and Practice of Transformative Learning”, www.eric.edu.com , 20/1/2008.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6126784924047014371-8185139589923217789?l=alexandrospapanis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/feeds/8185139589923217789/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/10/blog-post.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/8185139589923217789'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/8185139589923217789'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/10/blog-post.html' title='Εκπαίδευση Ενηλίκων'/><author><name>Δρ. Αλέξανδρος Παπάνης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14387444323366524626</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='30' src='http://4.bp.blogspot.com/_aMH3uwQ9geM/SsEoryw5D_I/AAAAAAAAABg/OLQ43IaXIZc/S220/IMG_0119.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6126784924047014371.post-3679613883962177180</id><published>2009-09-29T13:07:00.001-07:00</published><updated>2009-09-29T13:15:45.146-07:00</updated><title type='text'>Προβλήματα συμπεριφοράς στο σχολείο και μετέπειτα παραβατικότητα: Οι απόψεις των εκπαιδευτικών</title><content type='html'>Παπάνης Ε., &lt;br /&gt;Επίκουρος καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου&lt;br /&gt;Γιαβρίμης Π., &lt;br /&gt;Λέκτορας Πανεπιστημίου Αιγαίου&lt;br /&gt;Μπαλάσα Α., &lt;br /&gt;Φοιτήτρια Πανεπιστημίου Αιγαίου&lt;br /&gt;Τσάπαλα Φ., &lt;br /&gt;Φοιτήτρια Πανεπιστημίου Αιγαίου&lt;br /&gt;Παπάνης Α.,&lt;br /&gt;ΕΕΔΙΠ Πολυτεχνείου Ξάνθης&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περίληψη&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν να αποτυπωθούν οι αξιολογήσεις εκπαιδευτικών σχετικά με συμπεριφορές μαθητών, που θεωρούνται αποκλίνουσες και να συσχετισθούν με την παραβατικότητα κατά την ενήλικη ζωή. To δείγμα αποτελείται από 227 μαθητές, 18 τμημάτων της Ε΄ τάξης του δημοτικού σχολείου. Το δείγμα των μαθητών προήλθε από δημόσια δημοτικά σχολεία της ευρύτερης περιοχής Αθηνών-Πειραιώς. Για τη στατιστική ανάλυση των αξιολογήσεων των εκπαιδευτικών για την συμπεριφορά των μαθητών χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος της ανάλυσης παραγόντων. Από την παραγοντική ανάλυση των 59 ερωτήσεων αναδείχθηκαν οι ακόλουθοι παράγοντες: α) Αντιδραστική συμπεριφορά, β) Δυσκολίες στη μάθηση (δεξιότητες και επίδοση), γ) Προβλήματα διαπροσωπικής συμπεριφοράς και δ) Προβλήματα ενδοπροσωπικής συμπεριφοράς, ε) Υπερκινητικότητα και β) Διάσπαση προσοχής. Βρέθηκε ότι οι εκπαιδευτικοί θεωρούν ότι τα γνωστικά προβλήματα δεν οδηγούν σε μετέπειτα παραβατική συμπεριφορά, ενώ η αντιδραστικότητα, και τα προβλήματα διαπροσωπικής συμπεριφοράς δυνητικά οδηγεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λέξεις Κλειδιά: Προβλήματα συμπεριφοράς, παραβατικότητα, στάσεις εκπαιδευτικών&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Abstract&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;The aim of the present study was to record the correlation between deviant behaviours at school and delinquency in adult life, according to teachers’ attributions. 227 students from Attica area were examined and six factors of problematic behaviour were extracted.: interpersonal problems, intrapersonal problems, attention deficit, hyperactivity, learning difficulties and acting out. It was found that teachers correlate interpersonal problems and acting out with future possibility of delinquency, whilst cognitive, intrapersonal problems and hyperactivity were not assessed as risk factors for deviant behaviour.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Key Words: Delinquency, teachers attributions, behavioural problems&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6126784924047014371-3679613883962177180?l=alexandrospapanis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/feeds/3679613883962177180/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/blog-post_29.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/3679613883962177180'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/3679613883962177180'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/blog-post_29.html' title='Προβλήματα συμπεριφοράς στο σχολείο και μετέπειτα παραβατικότητα: Οι απόψεις των εκπαιδευτικών'/><author><name>Δρ. Αλέξανδρος Παπάνης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14387444323366524626</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='30' src='http://4.bp.blogspot.com/_aMH3uwQ9geM/SsEoryw5D_I/AAAAAAAAABg/OLQ43IaXIZc/S220/IMG_0119.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6126784924047014371.post-7764498394689781828</id><published>2009-09-20T12:23:00.000-07:00</published><updated>2009-09-20T12:24:14.010-07:00</updated><title type='text'>The Greek Influence on the English Language  The Greek Thesaurus in English</title><content type='html'>&lt;strong&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Dr. Αlexandros Papanis&lt;br /&gt;Democritus University of Thrace&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;This work grew out of a great concern regarding the question of the influence of the Greek language on English. &lt;!--EZCODE BOLD START--&gt;&lt;strong&gt;Many British lexicographers quite often point out that the full understanding of the English language requires a deep knowledge of its Greek roots. Greece as a main source of our civilization remains alive through the use of all the words of Greek origin&lt;/strong&gt;&lt;!--EZCODE BOLD END--&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;!--EZCODE BOLD START--&gt;&lt;strong&gt;In order for us to gain a greater insight into the importance of the above, I shall mention briefly some interesting statistical figures which are indeed astonishing: according to the Webster International Dictionary the total of the word stock of the English language is 166,724 words, out of which 41,214 are Greek. On the other hand, A. Konstandinides, in his remarkable work �The Greek Words in the English language�, argues that the whole of the medical terminology in English amounts to 43,716 words, out of which 20,346 are Greek&lt;/strong&gt;&lt;!--EZCODE BOLD END--&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;It is not a mere coincidence that all the basic concepts of thought and expression in English are words of sheer Greek origin: �analysis� (1667), �synthesis� (1611), �antithesis� (1529)�, �method� (1541), �therapy� (1605), �dogma� (1600), �diagnosis� (1681) etc. (the numbers in brackets indicate the date that each of the above words appears in any English text for the first time). It is really a worth mentioning fact that words of the era of Homer and Aristotle are introduced into the English language fifteen or seventeen centuries later;&lt;!--EZCODE BOLD START--&gt; &lt;strong&gt;we realize, therefore, the great extent of the Greek contribution to the evaluation of humanity and culture in general&lt;/strong&gt;&lt;!--EZCODE BOLD END--&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;!--EZCODE BOLD START--&gt;&lt;strong&gt;But why so many Western European languages resort to the Greek glossary to express feelings, concepts, ideas or to name objects; My intuition is that the Greek language, more than Latin, is suitable and ideal for the creation of new words. Latin, though very flexible, has difficulties in the production of compound words � to introduce two different meanings in one single word. Science constantly discovers new objects and concepts; a name must be given to them. The Greek thesaurus is the solution&lt;/strong&gt;&lt;!--EZCODE BOLD END--&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;!--EZCODE BOLD START--&gt;&lt;strong&gt;To prove in a more effective and practical way that the Greek language constitutes one of the richest foreign sources of the present English word stock&lt;/strong&gt;&lt;!--EZCODE BOLD END--&gt;, I decided to proceed to he selection of one representative passage and try to highlight the degree of the Greek contribution to the semantic, semiotic and aesthetic outcome of the passage.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;!--EZCODE BOLD START--&gt;&lt;strong&gt;Text selection&lt;/strong&gt;&lt;!--EZCODE BOLD END--&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;The criteria for text selection are manifold, controversial and ultimately subjective. Every individual would place the important points in a different order of significance.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;My aim was to find a representative text, which would be as unbiased and accessible as possible. Moreover, I tried to select a highly interesting, striking and creative passage, mainly in terms of context, style, syntax and certainly lexis. To achieve such a goal I had sometimes to omit some paragraphs, to select others and finally combine them. The result, I hope, justifies such interference.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;With all these thoughts and clarifications in mind, I proceeded to the analysis of a passage taken from the world of Developmental Clinical Psychology and Psychiatry.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;One could very well claim that it is an autotelic text (although it is not) and it deals with the complicated and widespread problem of autism, the failure to develop social abilities, language and other communication skills to the usual level, together with a severe limitation on the number of a person�s activities and interests.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;!--EZCODE QUOTE START--&gt;&lt;blockquote&gt;&lt;strong&gt;&lt;em&gt;Quote:&lt;/em&gt;&lt;/strong&gt;&lt;hr /&gt;&lt;!--EZCODE BOLD START--&gt;&lt;strong&gt;The Passage&lt;/strong&gt;&lt;!--EZCODE BOLD END--&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;��Kanner�s use of the term autism has proven to be somewhat unfortunate, because of its association with the term used by Bleuler to describe the withdrawal into an active fantasy adopted by schizophrenics. Actually the concept of autism describes the very absence of any creative fantasy life which characterizes the withdrawal of such children. Hence, clinicians and diagnosticians have worked to differentiate autism from other identified disorders: Berta Rank (1955) used the term �atypical ego� development emphasizing the psychoanalytic perspective. Mahler (1952) described the children as suffering from �symbiotic psychosis� and thus a pathological mother-child relationship.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Intimately related to prevailing perspective on the etiology of autism are the various treatment approaches developed over the years. The 1940s and 1950s can be characterized as giving rise to several treatment philosophies, each based on the theoretical perspective advocated by the practitioner. Thus, diagnosis, etiological hypotheses and specific treatments varied. The treatments varied from psychoanalysis of the parents� institutionalization of the patient, psychotropic drugs, megavitamin regimens, electroshock and treatments based on learning theory principles�.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(Ritvo, 1976: pp 12-13)&lt;hr /&gt;&lt;/blockquote&gt;&lt;!--EZCODE QUOTE END--&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;!--EZCODE BOLD START--&gt;&lt;strong&gt;The Greek influence in the above passage is obvious: out of the 170 total words of it, 33 are of Greek origin, that is, we get a percentage of 19.4 overall&lt;/strong&gt;&lt;!--EZCODE BOLD END--&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;!--EZCODE BOLD START--&gt;&lt;strong&gt;Etymological Analysis&lt;/strong&gt;&lt;!--EZCODE BOLD END--&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;It will greatly help our efforts for a deeper understanding of the Greek origin words of the passage, if we employ etymology for such a purpose. Besides, etymology transforms the word, in whole or in part, so to bring it nearer to the word(s) with which it is thought to be connected.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;So, an etymological analysis reveals the following interesting results:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;!--EZCODE QUOTE START--&gt;&lt;blockquote&gt;&lt;strong&gt;&lt;em&gt;Quote:&lt;/em&gt;&lt;/strong&gt;&lt;hr /&gt;autism &gt; αυτός = self: term used by Kanner &lt; - autistic&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;fantasy &gt; φαίνω = show &lt; fantastic, fantastical.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Schizophrenic &gt; σχίζω + φρην = split + brain : first used by Kepler because he regarded schizophrenia as a mental disease with basic symptoms being inconsistency of logical thinking (irrationality ) &gt; schizophrenic.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Characterize &gt; χαρακτήρ &lt; character, characteristic&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Clinician &gt; κλίνη = bed &lt; clinical, clinoid.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Diagnostician &gt; diagnosis = δια + γινώσκω = foresee &lt; diagnose.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Atypical = α + τύπος = the one who does not have any certain characteristics &lt; atypism, atypically.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ego &gt; εγώ = I, myself.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Emphasizing &gt; έμφασης &gt; εν + φήμη = support strongly &lt; emphasis.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Psychoanalytic &gt; ψυχή + αναλύω = soul + analyze (used by Freud ) &lt;-ysis&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Pathological &gt; πάσχω + λόγος = suffer + science &lt; pathology.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Mother &gt; μήτηρ &gt; Indo-European origin.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Psychosis &gt; ψυχή = soul &lt; psychotic.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Etiology &gt; αίτιον + λόγος = cause + speech (term widely used in philosophy) &lt; etiologic-al, etiologist.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Philosophy &gt; φιλώ + σοφία = love + wisdom &lt; philosophical, philosopher.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Based &gt; Βάσης = base.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Theoretical &gt; θεωρώ &gt; see very well &lt; theory, theoretic-al.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Practitioner &gt; πράττω = do &lt; practice, practical.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Hypotheses &gt; υπό + θέτω = put something under (consideration) &lt; hypothetical.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Psychotropic &gt; ψυχή + τρόπος = soul + manner&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Megavitamin &gt; μέγα + βιταμίνη = mega (affix) + vitamin.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Electroshock &gt; ήλεκτρoν + shock = amber + shock (the first electric phenomenon was noticed by Thales of Melitus with the help of some pieces of amber).&lt;hr /&gt;&lt;/blockquote&gt;&lt;!--EZCODE QUOTE END--&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Before we proceed to the next stage some brief explanatory comments appear to be more than necessary. &lt;!--EZCODE BOLD START--&gt;&lt;strong&gt;Such an etymological analysis allows us to realize that the revival of Greek learning in Western Europe, which began to be felt in England soon after the commencement of the 16th century, opened a new source from which the English vocabulary could be enriched. Long before this time the language contained a certain number of Greek words, which had come in through the medium of Latin&lt;/strong&gt;&lt;!--EZCODE BOLD END--&gt;. &lt;!--EZCODE BOLD START--&gt;&lt;strong&gt;And nearly all these latinized Greek words had been adopted into all the languages of Europe and were extensively used in the language of science.&lt;/strong&gt;&lt;!--EZCODE BOLD END--&gt; So, for example, words such as �fantasy�, �ego�, etiology�, �philosophy�, �based�, �theoretical�, �hypotheses�, �megavitamin� � all taken from our passage � had entered the English glossary, when Latin was still the ordinary vehicle of literature, science and philosophy and when new technical terms of Greek etymology were generally used in modern Latin before they found their way into the vernacular tongue. It therefore became a general European convention that when a new word was adopted from Greek into English, it should be treated as if it had passed through a Latin channel. More specifically, the Greek suffix �-ia� (fantasia, etiologia, philosophia) was transliterated by the Latin suffix �-y� (phantasy, etiology, philosophy). Greek adjectives were usually anglicized by the addition of the suffix �ous�, �-an�, or �al�. Thus, the suffix �ikos�: theoritikos, pathologikos, psychotikos and the suffix �-os�: �atypos� are represented by the English �pathological�, �physical�, �clinical� etc. Moreover, the Greek �k-, -ai-, -ei-, -oi-, -ou-, -u-, were transliterated by the Latin �c-, -ae-, -I-, -oe-, -u-, -y-, respectively and the initial �r� by �rh� � for example ρητορική &gt; rhetoric. Such clarifications can be useful for any understanding of an etymological analysis, since they reveal the various modifications that a word has undergone, after it was adopted by the English language.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;!--EZCODE BOLD START--&gt;&lt;strong&gt;Phonological Analysis and Pronunciation&lt;/strong&gt;&lt;!--EZCODE BOLD END--&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;When a foreign word is borrowed, it may not retain its original pronunciation in the adopting language. If one of its sounds already exists in English, it will probably be adopted in an accurate form; if, however, some of the sounds of the particular word are alien to the adopting language (English), each of them will be replaced by the nearest native sound. This fact explains why there are different pronunciations in some English words of Greek origin, for instance, the Greek nasal vowels are substituted by the English non-nasal vowels.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Sometimes a foreign word is partly anglicized. So, the Greek word �ego� (first paragraph-eighth line of our text) is usually pronounced in Greek with the first vowel like the English �egg� - / eg / , but in English it has changed and is pronounced in the same way as the word, say �economic�, that is, / i: gau / / i: kanomik /.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Apart from the anglicizing tendency, the more recently a word has been adopted by English, the more likely it is to retain its original pronunciation, because it is affected by fewer purely English changes � changes which have been going on continuously ever since English became an independent language in the fourth or fifth century.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;The juxtaposition of English and Modern Greek phonemes in terms of their points and modes of articulation helps to illustrate the potential points of linguistic borrowing from Greek to English. To such an aim greatly contributes&lt;!--EZCODE BOLD START--&gt; &lt;strong&gt;David Seaman�s Work �Modern Greek and British English in Contact�&lt;/strong&gt;&lt;!--EZCODE BOLD END--&gt; where the consonantal and vowel phonemes of English and Greek are presented in detail, helping the readers to compare and contrast the two languages. Comparing the phonemic inventories of the two languages one may realize that there are quantitative as well as qualitative differences in the two systems: there are twice as many vowels in English compared to he Greek ones, whereas for the consonants the opposite is true. It is also worth mentioning that language changes take place anywhere, not necessarily under the influence of other languages. At any time, in any language in contact with another there may be both inter � and intralinguistic force. (Lyra, p.97).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;In general, when attempting to predict linguistic borrowing between English and Greek, linguists now generally agree that �the greater the number of similarities present between the foreign sound and the native phoneme in both articulation and distribution, the more difficult the mastery of a particular foreign sound or sequence of sounds will be � (Koutsoudas 1962 p.207). My experience as a native speaker of Greek would strongly corroborate that statement.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;!--EZCODE BOLD START--&gt;&lt;strong&gt;Referential Analysis&lt;/strong&gt;&lt;!--EZCODE BOLD END--&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;George Eliot wrote in chapter three of �Middlemarch� that "signs are small memorable things, but interpretations are illimitable�. A text can be full of such signs with consequent meanings, which lead, to inevitably widespread interpretations. The receiver of the message of the text reacts and responds to the text in terms, which can range from the purely practical to the aesthetic. Some texts stimulate more language production than others, some give information, some give more imaginative stimuli.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;According to John McRae�s work �Literature with a small �l�, representational language is the language, which engages the imagination of the receiver, whereas referential language is the language, which communicates on only one level, usually in terms of information being sought or given. It states, it shows, it denotes exactly like the language of the scientist and the philosopher (The Penguin Dictionary of Literary Terms and Literary Theory).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;In areas such as journalism, philosophy etc, facts and opinions are presented as objectively as possible, without a great deal of imaginative involvement. A careful and rigorous examination of our text leads us to the conclusion that the language used is highly referential, since it does not engage any of the reader�s imaginative faculties but, on the contrary, it is full of information and psychological concepts and meanings.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;But the language of our text is used for many more purposes than simply conveying information; it is a means of communication with the reader � a way of interaction between him and the author. Certainly vocabulary contributes greatly to such a purpose.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;A text, in order to be great, requires excellence not only in the context of the message � in our case �autism and its nature� � but also in its linguistic organization and expression. The Greek language is rich and diverse, it is concise and accurate and at the same time laconic and elegant in style. Psychologists and other specialists need a constantly increasing special vocabulary, whether they add new terms or give new meanings to old ones.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;This reality justifies, therefore, the high percentage of Greek words in our text. Words such as �autism�, �schizophrenics�, �fantasy�, �characterize�, �pathological�, �etiology�, etc. provide the author with the unique ability to overcome any kind of communicative hurdle and to discuss with great efficiency difficult and complex technical matters and terms.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Quite often in a highly referential language like this the reader needs to devote much concentration to the mechanical aspects of vocabulary � words like �symbiotic psychosis�, �psychotropic�, �megavitamin� and �atypical ego� are sometimes difficult to be understood by people who have no experience in the field. In order to understand their sheer referential nature we have to bear in mind that they constitute individual vocabulary items, which make statements about actual things in actual situations. They are not merely an effect of some complicated psychological ideas and processes, but they are part of these psychological processes. They constitute scientific meanings and thus scientific practices (Fowler et al, 1979 p. 2). On the other hand, nobody can deny that words like �clinicians�, �diagnosticians�, �practitioner�, �electroshock�, etc. refer to some unique examples known to an immediately identifiable by the author and his addresser in some particular situation.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Actually, they all exist as generic concepts which are either concrete like �clinician� or �practitioner� or abstract like �philosophies�, �psychoanalysis�, �autism�, etc. Such references are regarded to be specific real facts in a specific real situation. This is the meaning expressed by the author�s use of the definite article and it indicates that he is communicatively �pointing to� something which he himself claims he knows to exist as a fact and so the reader can recognize it as a fact too (A. Roger, 1991, p. 147). So, for example, the definite article in ��the psychoanalytic��, ��the etiology�� �the theoretical�.� etc. plays exactly the role of specification and precision. The abstract referential concepts, on the other hand, by no means imply non-existence, but only deficit or absence, and their noun form asserts their real existence, for example �schizophrenics�, �psychosis�, �theory�, �etiology�, etc.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;!--EZCODE BOLD START--&gt;&lt;strong&gt;Conclusion&lt;/strong&gt;&lt;!--EZCODE BOLD END--&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;!--EZCODE BOLD START--&gt;&lt;strong&gt;Nearly all the words that English owes to he Greek language, directly or indirectly, are mainly and originally scientific or technical, though many of those of older date (adopted through medieval Latin and French) have long taken their place in the popular vocabulary&lt;/strong&gt;&lt;!--EZCODE BOLD END--&gt;. Now and then a Greek word of non-technical character is employed in anglicized form in order to express accurately and precisely a certain concept or idea. And this is exactly the great importance and value of the Greek language. A term taken from Greek, or formed out of Greek elements, can be rigidly confined to he meaning expressed in its definition; a term of native formation cannot be so easily divested of popular associations. If, for example, the English founders of the science of geology had chosen to call it �earth love�, everyone would have felt that the word ought to have a far wider meaning than that which was assigned to it (H. Bradley, 1914 p.108). The Greek compound, which means just the same thing, has been without difficulty restricted to only one of the many possible applications of its literal sense. Exactly the same applies to psychology and the other branches of science.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;!--EZCODE BOLD START--&gt;&lt;strong&gt;The great extent of the intercourse of the two languages is very vividly depicted in the speech of Xenophon Zolotas, which was given on 26 September 1957 in Washington, during the session of the �International Numismatic Fund� organization. This speech includes only Greek words and is a unique proof of the deep influence of Greek on the English language&lt;/strong&gt;&lt;!--EZCODE BOLD END--&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;!--EZCODE QUOTE START--&gt;&lt;blockquote&gt;&lt;strong&gt;&lt;em&gt;Quote:&lt;/em&gt;&lt;/strong&gt;&lt;hr /&gt;&lt;!--EZCODE BOLD START--&gt;&lt;strong&gt;BIBLIOGRAPHY&lt;/strong&gt;&lt;!--EZCODE BOLD END--&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Bauer, L. (1993), English Word � Formation (Cambridge, Cambridge University Press).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Berry, M. (1975), An Introduction to Systematic Linguistics: Structures and Systems (London, Batsford).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Bradley, H. (1914), The Making of English (London, Macmillan).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Brook, GL. (1958), A History of the English Language (London, Brown and Little).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Greenough, J. (1920), Words and their Ways in English speech (London, Macmillan).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Fowler /William Scott (1979) Incentive English, Oxford, Blackwell&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Hughes, Geoffrey (1989), Words in Time (Oxford, Blackwell).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Koutsoudas Andreas (1962), Verb Morphology of Modern Greek: A descriptive analysis, New York Mc Graw-Hill&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Lewis, CS (1967), Studies in words (Cambridge, Cambridge Univ. Press).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;McRae, J. (1991), Literature with a Small �l� (Hong Kong, Macmillan).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Myers, L, M (1966), The Roots of Modern English (Boston, Brown and Little.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Roger, A 91991), Oh, Where Are You Going? A Suggested Experiment in Classroom Stylistics (Routledge, edited by R. Carter).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Weinreich, U. (1968), Languages in Contact (The Hague, Mouton).&lt;hr /&gt;&lt;/blockquote&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6126784924047014371-7764498394689781828?l=alexandrospapanis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/feeds/7764498394689781828/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/greek-influence-on-english-language.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/7764498394689781828'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/7764498394689781828'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/greek-influence-on-english-language.html' title='The Greek Influence on the English Language  The Greek Thesaurus in English'/><author><name>Δρ. Αλέξανδρος Παπάνης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14387444323366524626</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='30' src='http://4.bp.blogspot.com/_aMH3uwQ9geM/SsEoryw5D_I/AAAAAAAAABg/OLQ43IaXIZc/S220/IMG_0119.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6126784924047014371.post-4495299373855178039</id><published>2009-09-19T08:11:00.000-07:00</published><updated>2009-09-19T08:17:30.102-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://3.bp.blogspot.com/_aMH3uwQ9geM/SrT1Lc_3hUI/AAAAAAAAAA4/5fN1RjJyBUU/s1600-h/%CE%91%CF%81%CE%B8%CF%81%CE%BF1-4.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0pt 10px 10px 0pt; float: left; cursor: pointer; width: 262px; height: 320px;" src="http://3.bp.blogspot.com/_aMH3uwQ9geM/SrT1Lc_3hUI/AAAAAAAAAA4/5fN1RjJyBUU/s320/%CE%91%CF%81%CE%B8%CF%81%CE%BF1-4.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5383197031726024002" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6126784924047014371-4495299373855178039?l=alexandrospapanis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/feeds/4495299373855178039/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/blog-post_19.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/4495299373855178039'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/4495299373855178039'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/blog-post_19.html' title=''/><author><name>Δρ. Αλέξανδρος Παπάνης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14387444323366524626</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='30' src='http://4.bp.blogspot.com/_aMH3uwQ9geM/SsEoryw5D_I/AAAAAAAAABg/OLQ43IaXIZc/S220/IMG_0119.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/_aMH3uwQ9geM/SrT1Lc_3hUI/AAAAAAAAAA4/5fN1RjJyBUU/s72-c/%CE%91%CF%81%CE%B8%CF%81%CE%BF1-4.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6126784924047014371.post-1642900165844121727</id><published>2009-09-13T07:56:00.000-07:00</published><updated>2009-09-13T08:12:27.695-07:00</updated><title type='text'>Εκπαίδευση Ενηλίκων, Δρ Αλέξανδρος Παπάνης, ΕΕΔΙΠ Ι Πολυτεχνική Σχολή Ξάνθης</title><content type='html'>Εισαγωγή&lt;br /&gt;Οι Jackson L &amp; Caffarella R (1994) στο βιβλίο τους “Εμπειρική Μάθηση: μια νέα Προσέγγιση” αναφερόμενοι στα χαρακτηριστικά της αποτελεσματικής εκπαίδευσης ενηλίκων υπογραμμίζουν ότι για να μπορέσει ο εκπαιδευτής να ανταποκριθεί επιτυχώς στο ρόλο του καταφεύγει σε ένα πλήθος μεθόδων και τεχνικών που του επιτρέπουν αφενός μεν να προκαλέσει τις κατάλληλες μαθησιακές εμπειρίες στους εκπαιδευομένους, αφετέρου δε να ενισχύσει την αλληλεπίδραση τους. Συνεπικουρικό ρόλο σε αυτήν την προσπάθεια παίζουν αναμφίβολα οι στρατηγικές που υιοθετεί, τα εποπτικά μέσα, ακόμη και η ίδια η διάταξη της αίθουσας.  &lt;br /&gt;Κυρίως Θέμα&lt;br /&gt;Κατά τον Silberman (1998, σελ.13) η επιλογή του περιεχομένου της διδασκαλίας αποδεικνύεται καθοριστική για την επιτυχία ή όχι της μάθησης. &lt;br /&gt;Έτσι, μία μικροδιδασκαλία θα μπορούσε να έχει ως θέμα τη γλώσσα του σώματος και τα μηνύματα που αυτό εκπέμπει για τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας στο ευρύτερο περιβάλλον, ενώ η δεύτερη τα κλάσματα και την εφαρμογή τους στην καθημερινή μας ζωή. Σύμφωνα με την ανδραγωγική θεωρία μάθησης (Jarvis, 1995, σελ. 90-94) οι εκπαιδευτικές τεχνικές που πρέπει να επιλέγονται σε ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης ενηλίκων είναι αυτές που προάγουν την ενεργητική μάθηση και τη συμμετοχικότητα, ενώ ο Courau, (2000, σελ. 56-76) εντάσσει στις τεχνικές αυτές το παίξιμο ρόλων, την προσομοίωση, τη μελέτη περίπτωσης κ.α. &lt;br /&gt;Οι εκπαιδευτές ενηλίκων καταφεύγουν συχνά σε κάποιες από τις τεχνικές αυτές, ώστε να παρακινήσουν τους εκπαιδευομένους να αξιοποιήσουν την προηγούμενη γνώση τους και να τη μοιραστούν σε ομάδες, είτε για να λύσουν προβλήματα, είτε για να συνεργαστούν (Jarvis, 1999, σελ:122).&lt;br /&gt;Εκπαιδευτικές Τεχνικές &lt;br /&gt;Ακολουθώντας εξαρχής την επικοινωνιακή και συμμετοχική μάθηση (ερώτηση εκπαιδευτή – απαντήσεις εκπαιδευομένων) και διατυπώνοντας με σαφήνεια τους στόχους της διδασκαλίας  (καταγραφή της σημασίας των μηνυμάτων του σώματος, ικανότητα ερμηνείας της σωματικής στάσης των συνομιλητών κτλ) ένας εκαπιδευτής μπορεί να εφαρμόζει τον καταιγισμό ιδεών (brainstorming), όπου μέσω της παρακίνησης των εκπαιδευομένων τους καλεί να προβούν σε ελεύθερη και αυθόρμητη έκφραση ιδεών που αφορούν στις μνήμες τους από παλαιότερες στάσεις του σώματος των καθηγητών τους. Οι εκπαιδευόμενοι νιώθουν άνετα, εκφράζονται με γρήγορο ρυθμό, χωρίς ωστόσο να πλατειάζουν, επικεντρώνοντας την προσοχή τους στα λεκτικά και στα μη λεκτικά μηνύματα του σώματος των καθηγητών τους. &lt;br /&gt;Οι εκπαιδεύτες συχνά προχωρούν στην τεχνική της εργασίας σε ομάδες, κατά την οποία η εκπαιδευόμενη ομάδα χωρίζεται σε υποομάδες (3 μελών), προκειμένου να εκπονήσει κάποια άσκηση σε μορφή πολλαπλών επιλογών (στην πρώτη περίπτωση) ή να βρουν τη σχέση των κλασμάτων μεταξύ τους (στη δεύτερη περίπτωση), ενώ παράλληλα ορίζονται οι εκπρόσωποι – αρχηγοί της κάθε ομάδας που θα προβούν στις απαντήσεις και στο σχολιασμό τους. &lt;br /&gt;Ωστόσο στις μικροδιδασκαλίες συχνά χρησιμοποιείται η τεχνική της (αυτο)επίδειξης με την διανομή στους εκπαιδευομένους πχ από τρεις τούρτες και τα αντίστοιχα χάρτινα ομοιώματά τους. Ο εκπαιδευτής αναπαριστάνει  τα κομμάτια της τούρτας σε μορφή κλασμάτων, ενώ οι εκπαιδευόμενοι προχωρούν σε πρακτική εφαρμογή κόβοντας την τούρτα στα αντίστοιχα κομμάτια. Με αυτόν τον τρόπο οι εκπαιδευόμενοι εμπνέονται στο να συμμετέχουν ενεργά, αφού έχουν τη δυνατότητα να αγγίξουν το σχετικό αντικείμενο της εκπαίδευσης (χάρτινη τούρτα), να το διαιρέσουν σε κομμάτια, να το αντιστοιχίσουν σε μορφή κλασμάτων και να μάθουν μέσα «από τη δοκιμή και το λάθος»&lt;br /&gt;Κατά την ανάλυση των απαντήσεων στις εργασίες-ασκήσεις οι εκπαιδευτές θέτουν επιπλέον ερωτήσεις στις ομάδες, ώστε να ενθαρρυνθούν ακόμη περισσότερο στο να συμμετάσχουν ενεργά. Πραγματοποιείται έτσι ένας εποικοδομητικός διάλογος μεταξύ των δύο αλληλεπιδρώμενων μερών (εκπαιδευτής-εκπαιδευόμενοι) που προάγει το γενικότερο μαθησιακό κλίμα και ενισχύει τις δημιουργικές σχέσεις μεταξύ των εκπαιδευομένων, ενώ ταυτόχρονα  δημιουργούνται θετικά συναισθήματα μεταξύ τους, όπως εμπιστοσύνη και  αλληλοσεβασμός.&lt;br /&gt;Εποπτικά Μέσα&lt;br /&gt;Τα εποπτικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται κατά τη μάθηση δημιουργούν τις πρώτες εντυπώσεις στους εκπαιδευόμενους και γι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία να παρέχονται από την αρχή για την ανεμπόδιστη διεξαγωγή δραστηριοτήτων που καλύπτουν τις ανάγκες των εκπαιδευομένων. &lt;br /&gt;Σε αυτή τη βάση οι εκπαιδευτές χρησιμοποιούν κατά κόρον τον πίνακα κιμωλίας και τον  μαρκαδόρο, ώστε να ενεργοποιήσουν την όραση των εκπαιδευομένων, ενώ πολλές φορές μοιράζουν έντυπα με ασκήσεις και σημειώσεις που εξυπηρετούν και ενισχύουν τη απομνημονευτική ικανότητα των εκπαιδευομένων. Παράλληλα όμως οι εκπαιδευτές μπορούν να πολλαπλασιάζουν τα αισθητήρια ερεθίσματα των μαθητών της με τη χρήση της τηλεόρασης και του βίντεο, γεγονός που αυξάνει το ενδιαφέρον τους και αποφέρει εξαιρετικά μαθησιακά αποτελέσματα. Επιπλέον, προχωρούν στη χρήση αντικειμένων προς επίδειξη (αληθινές και χάρτινες τούρτες), προκειμένου να δώσουν στους εκπαιδευόμενους μια ολοκληρωμένη και ρεαλιστική εικόνα του ζητήματος των κλασμάτων που διαπραγματεύεται. &lt;br /&gt;Τέλος, οι εκπαιδευτές επιστρατεύουν τη χρήση βουβής ταινίας με τον Τσάπλιν, η οποία, αν και αρχικά φαίνεται να μην σχετίζεται άμεσα, εντούτοις αξιοποιείται έντεχνα για να ενεργοποιήσει μια συζήτηση για τη γλώσσα του σώματος και τα μηνύματά του.&lt;br /&gt;Διάταξη της αίθουσας     &lt;br /&gt;Η διάταξη της εκπαιδευτικής αίθουσας, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο είναι τοποθετημένα τα θρανία και τα καθίσματα, επηρεάζει άμεσα τη μάθηση, αφού σχετίζεται με τον τρόπο αλληλεπίδρασης μεταξύ των εμπλεκομένων στο μαθησιακό γίγνεσθαι. &lt;br /&gt;Οι μικροδιδασκαλίες πραγματοποιούνται σε σχήμα Π που προσφέρει ευκαιρίες διαπροσωπικής επικοινωνίας και δημιουργίας κλίματος ομαδικής συνεργασίας, ειδικότερα μετά τον χωρισμό των εκπαιδευομένων σε υποομάδες (και στις δύο περιπτώσεις).Με αυτόν τον τρόπο ο εκπαιδευτής έχει τη δυνατότητα άμεσης προσέγγισης των εκπαιδευομένων. Αυτό καθίσταται ιδιαίτερα εμφανές στη μικροδιδασκαλία εκείνη, όπου ο εκπαιδευτής όχι μόνο κινείται άνετα ανάμεσα στους εκπαιδευομένους για να ελέγχει τον τρόπο που επιλύουν την άσκηση που τους ανέθεσε, αλλά επιπλέον, λόγω ακριβώς της συγκεκριμένης διάταξης των θρανίων, δύναται να επιβλέπει ατομικά τον κάθε μαθητή, να παρεμβαίνει βοηθώντας τον και να τον ενθαρρύνει.   &lt;br /&gt;Χρησιμοποιούμενες Στρατηγικές – Σύγκριση - Συμπεράσματα&lt;br /&gt;Οι εκπαιδευτές, μέσα από τις συγκεκριμένες τεχνικές που περιγράφησαν παραπάνω, προσπαθούν να αναδείξουν τον εμψυχωτικό, συντονιστικό και διευκολυντικό ρόλο της διδασκαλίας τους, ο οποίος τείνει να ανασύρει τις προυπάρχουσες γνώσεις των εκπαιδευομένων από τη μια και να αξιοποιήσει τις υφιστάμενες εμπειρίες τους από την άλλη. Οι διδασκαλίες είναι σε γενικές γραμμές μαθητοκεντρικές και γι αυτό επιστρατεύουν κοινές ενεργητικές τεχνικές όπως π.χ η εργασία σε ομάδες, η ανάθεση στους εκπροσώπους των ομάδων να σχολιάσουν κριτικά τις απόψεις τους και στο τέλος η γενική αποτίμηση και ο σχολιασμός της προσληφθείσης γνώσης από την ολομέλεια της τάξης. Οι εκπαιδευτές εφαρμόζοντας στρατηγικές αξιοποίησης του μαθητικού δυναμικού προχωρούν σε ικανοποιητική δραστηριοποίηση των εκπαιδευομένων, οι οποίοι με τη σειρά τους εκδηλώνουν αυθόρμητο και πραγματικό ενδιαφέρον να εργασθούν ατομικά ή συλλογικά, προκειμένου να περατώσουν επιτυχώς το έργο τους. Όλα αυτά αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μετασχηματίζουσας μάθησης,  αφού δίνει την ευκαιρία στους εκπαιδευομένους να επεξεργασθούν σε βάθος και να αναλύσουν από διαφορετικές οπτικές γωνίες και μέσα από το διάλογο τόσο το πρωτότυπο θέμα της γλώσσας του σώματος όσο και το περίπλοκο θέμα των κλασμάτων. &lt;br /&gt;Ωστόσο, στις μικροδιδασκαλίες οι εκπαιδευόμενοι συχνά δεν αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες χωρίς την άμεση καθοδήγηση των εκπαιδευτριών τους και δεν παρατηρούνται διαφοροποιήσεις για τις ακολουθούμενες τεχνικές και τα οφέλη τους. Οι εκπαιδευτές συχνά δεν καταφέρνουν να δημιουργήσουν ικανές συνθήκες αντιπαραβολής απόψεων και στάσεων - ώστε μέσα από τη μετέπειτα σύνθεση να φθάσουν σε δημιουργικά συμπεράσματα - ούτε υποκίνησαν αρκούντως  τους εκπαιδευόμενους να αντιπαραβάλουν με επιχειρήματα τις θέσεις τους. &lt;br /&gt;   &lt;br /&gt;ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΊΑ&lt;br /&gt;1) Courau S. (2000) Τα βασικά εργαλεία του εκπαιδευτή ενηλίκων Αθήνα, Εκδόσεις Μεταίχμιο&lt;br /&gt;2) Jackson L &amp; Caffarella R (1994) Experiential Learning: A new approach, San Fransisco, Jossey- Bass&lt;br /&gt;3) Jarvis P (1995) Adult and Continuing Education Theory and Practice, London, Routledge&lt;br /&gt;4) Jarvis P (1999) Adult and Continuing Education Theory and Practice, London, Routledge&lt;br /&gt;5) Silberman M (1998) Active Training: A handbook of techniques, designs, case examples and tips, San Fransisco, Jossey-Bass.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6126784924047014371-1642900165844121727?l=alexandrospapanis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/feeds/1642900165844121727/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/jackson-l-caffarella-r-1994.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/1642900165844121727'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/1642900165844121727'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/jackson-l-caffarella-r-1994.html' title='Εκπαίδευση Ενηλίκων, Δρ Αλέξανδρος Παπάνης, ΕΕΔΙΠ Ι Πολυτεχνική Σχολή Ξάνθης'/><author><name>Δρ. Αλέξανδρος Παπάνης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14387444323366524626</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='30' src='http://4.bp.blogspot.com/_aMH3uwQ9geM/SsEoryw5D_I/AAAAAAAAABg/OLQ43IaXIZc/S220/IMG_0119.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6126784924047014371.post-1374765956082497419</id><published>2009-09-13T07:46:00.001-07:00</published><updated>2009-09-13T07:46:55.592-07:00</updated><title type='text'>Διγλωσσία 2, Δρ Αλέξανδρος Παπάνης, ΕΕΔΙΠ Πολυτεχνικής Σχολής Ξάνθης</title><content type='html'>Για πολλά χρόνια επικρατούσε η άποψη ότι η πρόσκτηση δύο ή περισσοτέρων γλωσσών από ένα παιδί μπορούσε να οδηγήσει σε μειονεξία από εκπαιδευτικής άποψης και σε κενά στη λογική σκέψη. Υποστηρικτής της άποψης αυτής ήταν ο Dunn (1987, αναφορά στον Cummins, 2003) o οποίος υποστήριζε ότι τα δίγλωσσα παιδιά δεν έχουν την μορφωτική κλίση ή τη γλωσσική ικανότητα για να τα καταφέρουν καλά σε δύο ή περισσότερες γλώσσες, ή για να περνούν από τη μια γλώσσα στην άλλη. Απέδωσε δε τα αίτια αυτής της χαμηλής μορφωτικής εξέλιξης σε περιβαλλοντικούς παράγοντες και σε γονίδια που επηρεάζουν τη μορφωτική κλίση. Ο Cummins (2003) κατέρριψε την άποψη αυτή περιγράφοντας λεπτομερειακά τον όρο « γλωσσική ικανότητα» και τις τρεις διαστάσεις της, δηλαδή την επικοινωνιακή ικανότητα, την ευχέρεια του λόγου και την ακαδημαϊκή επάρκεια.&lt;br /&gt;Σήμερα θεωρείται ότι η πρόσκτηση δύο ή περισσοτέρων γλωσσών από ένα παιδί μπορεί να γίνει με διαφόρους τρόπους. Η Romaine (1989, αναφορά στη Δέδε, 2005) διακρίνει έξι είδη δίγλωσσης πρόσκτησης κατά την παιδική ηλικία:&lt;br /&gt;1. Ένα πρόσωπο – μία γλώσσα: Σ’ αυτήν την περίπτωση οι γονείς έχουν διαφορετικές πρώτες γλώσσες, αλλά ο καθένας έχει κάποια γνώση της γλώσσας του άλλου. Συνήθως συναντάται σε οικογένειες από μεικτούς γάμους.&lt;br /&gt;2. Ανεπίσημη (μη – κυρίαρχη στην κοινωνία) γλώσσα στο σπίτι: οι γονείς μιλούν διαφορετικές γλώσσες εκ των οποίων η μία είναι η επίσημη γλώσσα που ομιλείται στην κοινωνία, όπου ζει το παιδί. Στο παιδί οι γονείς του μιλούν τη γλώσσα που δεν είναι η επίσημη, ενώ η τελευταία προσκτάται από τη διδασκαλία της στο χώρο της εκπαίδευσης.&lt;br /&gt;3. Ανεπίσημη γλώσσα στο σπίτι χωρίς υποστήριξη από την κοινωνία: οι γονείς μιλούν τη ίδια γλώσσα, η οποία δεν είναι η επίσημη γλώσσα της ευρύτερης κοινωνίας όπου ζει το παιδί. Συνήθως αυτή η περίπτωση απαντάται στους οικονομικούς μετανάστες, ενώ και εδώ η επίσημη γλώσσα μαθαίνεται στο σχολείο.&lt;br /&gt;4. Δύο ανεπίσημες γλώσσες στο σπίτι χωρίς υποστήριξη από την κοινωνία: οι γονείς μιλούν διαφορετικές γλώσσες, καμιά από τις οποίες δεν είναι η κυρίαρχη γλώσσα της κοινωνίας. Ο καθένας μιλά τη δική του γλώσσα με το παιδί.&lt;br /&gt;5. Μη φυσικοί ομιλητές: οι γονείς είναι φυσικοί ομιλητές της κυρίαρχης γλώσσας. Ο ένας όμως από αυτούς μιλά πάντα με το παιδί σε μια άλλη γλώσσα.&lt;br /&gt;6. Ανάμειξη γλωσσών: οι γονείς είναι δίγλωσσοι και συνεχώς αναμειγνύουν τις δύο γλώσσες, όταν μιλούν με το παιδί. Θεωρείται η πιο συνηθισμένη περίπτωση.&lt;br /&gt;Ωστόσο, στην περίπτωση της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης, πολλά παιδιά και συγκεκριμένα τα παιδιά των Πομάκων είναι ουσιαστικά τρίγλωσσα (ή πολύγλωσσα για μερικούς), όπως εξηγήθηκε στην προηγούμενη ενότητα.. Η Hoffmann (2001, αναφορά στη Δέδε, 2005) διαχωρίζει πέντε κατηγορίες τρίγλωσσων παιδιών:&lt;br /&gt;1. Παιδιά που μεγαλώνουν με δύο γλώσσες στο σπίτι που είναι διαφορετικές από τη γλώσσα της ευρύτερης κοινωνίας. Εκτός οικογενειακού περιβάλλοντος μαθαίνουν επιπρόσθετα την επίσημη γλώσσα του κράτους. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει σαφώς η περίπτωση των παιδιών των Πομάκων, τα οποία μιλούν μεταξύ τους στο σπίτι στα Πομακικά και στα Τουρκικά (μέσω του μηχανισμού της εναλλαγής κωδικών που θα εξετάσουμε παρακάτω), ενώ στο σχολείο διδάσκονται και την ελληνική, ως επίσημη γλώσσα. Αντίθετα, οι Τουρκογενείς και οι Αθίγγανοι χρησιμοποιούν κατά κύριο λόγο μόνο την Τουρκική στο σπίτι και στο φιλικό περιβάλλον τους, ενώ διδάσκονται και την ελληνική (μαζί με την Τουρκική) στην εκπαίδευσή τους.&lt;br /&gt;Στις υπόλοιπες τέσσερις κατηγορίες ανήκουν τα παιδιά που ζουν σε μια δίγλωσση κοινωνία και στο σπίτι χρησιμοποιούν μια γλώσσα διαφορετική από τις γλώσσες της κοινωνίας τους, τα δίγλωσσα παιδιά που μαθαίνουν μια ξένη γλώσσα στο σχολείο, τα δίγλωσσα παιδιά που γίνονται τρίγλωσσα λόγω μετανάστευσης και, τέλος, τα παιδιά τα οποία είναι μέλη μιας τρίγλωσσης κοινότητας. Ωστόσο όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζει η Hoffmann (2001, αναφορά στη Δέδε, 2005), η τριγλωσσία και η διγλωσσία δεν αποτελούν μόνιμες καταστάσεις, αλλά μεταβάλλονται και εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου.&lt;br /&gt;Πάντως, για την περίπτωση της Πομακικής της Θράκης θα μπορούσε να πούμε ότι τα τελευταία χρόνια έχει ξεκινήσει ένα είδος «γλωσσικού προγραμματισμού» που, κατά τον Cooper (1989) περιλαμβάνει τον 1) προγραμματισμό του κύρους (δηλαδή την αύξηση του κύρους μιας γλώσσας μέσα στην κοινωνία), 2) τον προγραμματισμό του corpus (που αφορά στο λεξιλόγιο, τις προσπάθειες γραφής της Πομακικής – από προφορική που ήταν μέχρι τώρα - και του λεξιλογίου της) και τον προγραμματισμό της πρόσκτησης (δηλαδή την εξάπλωση με την αύξηση του αριθμού των ομιλητών της και της ενδυνάμωσής της μέσω της διδασκαλίας της).&lt;br /&gt;Όσον αφορά τη γλωσσική ανάπτυξη, μέχρι πριν κάποιες δεκαετίες επικρατούσαν δύο είδη έρευνας που παρουσίαζαν αντιφατικά συμπεράσματα μεταξύ τους. Από τη μια υπήρχαν οι μελέτες του Ronjat (1913 στη Δέδε, 2005) και Leopold (1939-1949, στο Παπαπαύλου 1997) που παρουσίαζαν αρμονική και ομαλή ανάπτυξη του δίγλωσσου παιδιού, και από την άλλη οι ψυχομετρικές μελέτες αποτελεσμάτων σχολικής απόδοσης, όπου συγκρίνονταν δίγλωσσα και μονόγλωσσα παιδιά και τα δίγλωσσα θεωρούνταν ότι μειονεκτούσαν γλωσσικά σε σχέση με τα μονόγλωσσα. Συγκεκριμένα, τα αποτελέσματά τους έδειχναν ότι τα δίγλωσσα παιδιά είχαν προβληματική άρθρωση, ότι έκαναν πιο πολλά γραμματικά λάθη και παρουσίαζαν χαμηλότερες επιδόσεις στις γραπτές εκθέσεις από τα μονόγλωσσα, είχαν χαμηλότερο λεξιλόγιο και προέκυπτε το συμπέρασμα ότι αυτή η μειονεξία τους θα επηρέαζε την ακαδημαϊκή τους ανάπτυξη και εξέλιξη. Όπως όμως παρατήρησαν σχετικά οι Hakuta και Diaz (1985), αυτές οι μελέτες δεν ήλεγχαν το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο των παιδιών που συμμετείχαν στις έρευνες και, σε πολλές περιπτώσεις, ο ίδιος ο καθορισμός του δείγματος ήταν αμφίβολος, αφού το μοναδικό κριτήριο για να θεωρηθεί ένα παιδί δίγλωσσο ήταν απλά η προέλευση των γονιών, το επίθετό του ή ο τόπος διαμονής του.&lt;br /&gt;Όσον αφορά το λεξιλόγιο οι Eviatar &amp; Ibrahim (2000) σε έρευνές τους έδειξαν ότι σε αντίστοιχα τεστ αξιολόγησης τα δίγλωσσα παιδιά είχαν χαμηλότερες επιδόσεις από τα μονόγλωσσα. Παρατηρήθηκε δηλαδή ότι, ενώ τόσο τα μονόγλωσσα όσο και τα δίγλωσσα παιδιά παρήγαγαν στην ίδια ηλικία τις πρώτες λέξεις, εντούτοις το δεύτερο χρόνο τα δίγλωσσα παιδιά φαινόταν να έχουν πιο περιορισμένο λεξιλόγιο, αλλά μεγαλύτερη λεκτική ευφράδεια. Ωστόσο τα ευρήματα αυτά τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, αφού θεωρήθηκε ότι δεν ελάμβαναν υπόψη κάποιες βασικές παραμέτρους μεθοδολογίας, ότι δηλαδή αυτά τα τεστ μέτρησης λεξιλογίου ήταν σχεδιασμένα για τις ανάγκες των μονόγλωσσων παιδιών και ότι ο ρυθμός κατάκτησης των γλωσσικών δομών μπορεί να διαφέρει ανάμεσα σε δύο γλώσσες.&lt;br /&gt;Άλλοι ερευνητές (Ronjat 1913, Leopold 1939-1949 στο Παπαπαύλου 1997 και Pearson &amp; Fernandez 1994 στη Δέδε 2005) έδειξαν ότι η μονογλωσσική ανάπτυξη του λεξιλογίου ακολουθεί τον ίδιο ακριβώς ρυθμό με αυτόν της δίγλωσσης και ότι, αν προστεθούν τα λεξιλόγια και των δύο γλωσσών που γνωρίζουν τα δίγλωσσα παιδιά, τότε δεν υπάρχει διαφορά δίγλωσσων – μονόγλωσσων ως προς το συνολικό αριθμό λέξεων που κατέχουν, με πιθανότητα μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις η πλάστιγγα να γέρνει υπέρ των δίγλωσσων παιδιών.&lt;br /&gt;Πάντως, οι Vihman &amp; McLaughlin (1982) ορίζουν ως καταλυτικό σημείο ανάμεσα σε αυτά τα δύο είδη ανάπτυξης (ταυτόχρονη και διαδοχική) την ηλικία των τριών, αλλά αργότερα προτάθηκε η οριοθέτηση να γίνεται με βάση αναπτυξιακά και όχι ηλικιακά κριτήρια. Από εκεί και μετά η Karmiloff – Smith (1975, αναφορά στη Βοσνιάδου 2001) υποστηρίζει ότι η γλωσσική ανάπτυξη ανάμεσα στα πέντε και εννέα χρόνια δεν χαρακτηρίζεται απλώς από την αύξηση του λεξιλογίου. Το παιδί (μονόγλωσσο ή δίγλωσσο) των πέντε χρόνων έχει μάθει διάφορους γλωσσολογικούς κανόνες, πρέπει όμως να τους οργανώσει σε ένα πιο συνεκτικό γλωσσολογικό σύστημα. Από τα πέντε μέχρι τα εννέα το παιδί καταφέρνει να αποκτήσει ένα πιο αφηρημένο επίπεδο γλωσσολογικής ανάλυσης – το μεταδιαδικαστικό επίπεδο - το οποίο του επιτρέπει να έχει επίγνωση της πολλαπλής λειτουργικότητας των γραμματικών μορφημάτων και να αποφεύγει τους υπερπροσδιορισμούς. Γενικά η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από τον εμπλουτισμό των γενικών αρχών με κανόνες για εξαιρέσεις και από την ανάπτυξη της ικανότητας του παιδιού (μονόγλωσσου-δίγλωσσου) να εκφράζεται με οικονομικό τρόπο και να αποφεύγει τους πολλαπλούς δείκτες, να κατανοεί τη γλώσσα/ες σε ένα πιο αφηρημένο επίπεδο, χωρίς να χρειάζεται να βασίζεται σε εξωγλωσσικά στοιχεία (Βοσνιάδου, 2001).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;2.4 Εναλλαγή – Ανάμειξη Κωδίκων&lt;br /&gt;Ένα ζήτημα που σχετίζεται με τη γλωσσική επεξεργασία των δίγλωσσων παιδιών είναι ο βαθμός στον οποίο αναμειγνύουν ή εναλλάσσουν τη γλώσσα τους. Ο όρος ανάμειξη κωδίκων αναφέρεται στις αλλαγές σε επίπεδο λέξεων, ενώ η εναλλαγή κωδίκων συμβαίνει όταν το άτομο χρησιμοποιεί εναλλάξ δύο ή περισσότερες γλώσσες (Hoffmann 1991, αναφορά στον Baker, 2001).&lt;br /&gt;Σύμφωνα με τον Myers Scotton (1983, 1991, αναφορά στον Baker, 2001) η τακτική χρήση στην εναλλαγή κωδίκων καλείται μη σημαδεμένη (ή αμαρκάριστη) επιλογή γλώσσας, ενώ η σημαδεμένη (ή μαρκαρισμένη) επιλογή γλώσσας συμβαίνει όταν τα άτομα χρησιμοποιούν περισσότερο συνειδητά την εναλλαγή κωδίκων για σκοπούς κοινωνικούς, πολιτικούς και οικονομικούς.&lt;br /&gt;Κατά τoυς Baker και Τσοκαλίδου (Baker 2001, Τσοκαλίδου 2000) η εναλλαγή κωδίκων (code switching) συμβαίνει όταν το άτομο χρησιμοποιεί εναλλάξ δύο ή περισσότερες γλώσσες στην ίδια επικοινωνιακή πράξη. Η εναλλαγή κυμαίνεται από την ανάμειξη μιας λέξης από τη μια γλώσσας σε φράση στην άλλη γλώσσα, έως την εναλλαγή κωδίκων στη μέση της πρότασης ή σε μεγαλύτερα τμήματα του λόγου.&lt;br /&gt;Κατά τον Grosjean (1982, αναφορά στη Δέδε, 2005) η εναλλαγή κωδίκων αναφέρεται, εκτός από την περίπτωση ανάμειξης λέξεων από τις δύο γλώσσες στο λόγο, και στην περίπτωση χρήσης και των δύο λέξεων μαζί σαν να ήταν μία. Σύμφωνα με τους Genesee et al (1995) η εναλλαγή κωδίκων μπορεί να οφείλεται στην υπεροχή της μια γλώσσας έναντι της άλλης (το παιδί έχει τη τάση να κάνει περισσότερες εναλλαγές, όταν μιλάει στη λιγότερη αναπτυγμένη γλώσσα) και στη συχνότητα που οι ίδιοι οι γονείς εναλλάσσουν τους κώδικες. Ακόμη, μπορεί η εναλλαγή κωδίκων να χρησιμοποιείται από το παιδί για κοινωνιο-γλωσσολογικούς λόγους, σε μεγαλύτερη όμως ηλικία, για να δηλώσει την ταυτότητα του.&lt;br /&gt;Οι Vihman &amp; McLaughlin, (1982) και Poulisse, (1997) υποστηρίζουν ότι και στην περίπτωση της διαδοχικής διγλωσσίας (βλ. ενότητες 2.2.1 και 2.3) παρατηρείται το φαινόμενο της εναλλαγής κώδικα, είτε γιατί οι δομές των δύο γλωσσών είναι παρόμοιες, είτε γιατί το παιδί αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει τη δεύτερη γλώσσα σε ένα πιο προχωρημένο επίπεδο από αυτό που γνωρίζει.&lt;br /&gt;Κατά τη Γαβριηλίδου (2004), η διαφορά μεταξύ της εναλλαγής και της ανάμειξης κωδίκων είναι ότι στη μεν εναλλαγή κώδικα η επιλογή του ενός ή του άλλου κώδικα μπορεί να είναι συστηματική, συνειδητή, επιδιωκόμενη και εξαρτώμενη από την εκάστοτε περίσταση επικοινωνίας, ενώ με τον όρο ανάμειξη κώδικα (code-mixing) εννοούμε την τυχαία επιλογή κώδικα από τον ομιλητή».&lt;br /&gt;Η Σκούρτου (www.rhodes.aegean.gr/personel/skourtou/papers/) εστίασε την προσοχή της σε μια άλλη διάσταση της εναλλαγής κωδίκων και συγκεκριμένα στη σχέση τους με τη “γλωσσική νόρμα”. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει “οι δίγλωσσοι εναλλάσσουν ανάμεσα στις γλώσσες τους, όταν αλλάζουν χώρο χρήσης της γλώσσας (domain), υπακούοντας σε εξωτερικές επιταγές “ορθότητας” στη χρήση της γλώσσας, ανάλογα με το που βρίσκεται, με ποιον και για ποιο θέμα επικοινωνούν και τι κάνουν. Η επαφή των γλωσσών, μέσω της διγλωσσικής πρακτικής των ανθρώπων, σχετικοποιεί τη νόρμα: αυτό που για το μονόγλωσσο άτομο φαντάζει αποκρυσταλλωμένο στο χρόνο (απόδειξη τα λεξικά), για το δίγλωσσο άτομο γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης και συνεχούς επαναπροσδιορισμού”. Αν η εναλλαγή κωδίκων αντιπροσωπεύει την υποχρέωση των δίγλωσσων ατόμων να επικοινωνούν με κοινωνικά «ορθό» τρόπο, μιλώντας και γράφοντας σύμφωνα με τη νόρμα, η εναλλαγή κωδίκων, κατά τη Σκούρτου, αντιπροσωπεύει την αμφισβήτηση αυτής της νόρμας. Μέσω της εναλλαγής κωδίκων, ο δίγλωσσος ομιλητής ουσιαστικά διακηρύσσει ότι δεν είναι υποχρεωμένος να ταυτίζεται ξεχωριστά με την κάθε του γλώσσα. Διακηρύσσει επίσης ότι υπάρχουν πράγματα που τα θεωρεί σημαντικά και που για να εκφρασθούν δεν αρκεί η κάθε γλώσσα ξεχωριστά, αλλά απαιτείται ο δημιουργικός συνδυασμός τους. Με αυτό το σκεπτικό, η εναλλαγή κωδίκων δεν αντιπροσωπεύει ένα μεταβατικό στάδιο στην εκμάθηση της γλώσσας-στόχου και αυτό ακριβώς τη διαφοροποιεί από την απλή μεταφορά στοιχείων από την πρώτη γλώσσα στη γλώσσα-στόχο, αλλά και από κάποιες απόψεις που ταυτίζουν την εναλλαγή κωδίκων με γλωσσική αδυναμία (Τσοκαλίδου, 2000). Ουσιαστικά, η εναλλαγή κωδίκων δεν αφορά την εκμάθηση γλώσσας ούτε πραγματοποιείται για να ξεπεραστεί αργότερα. Επειδή δηλώνει μια συγκεκριμένη γλωσσική/ πολιτισμική ταυτότητα, η εναλλαγή κωδίκων ξεπερνιέται ή μετατοπίζεται σε σχέση με τη διαπραγμάτευση των ταυτοτήτων των ομιλητών. Κατά τη Σκούρτου, οι δίγλωσσοι μειώνουν την εναλλαγή κωδίκων, όταν ο σχετικός διγλωσσικός συνδυασμός παύει να είναι δηλωτικός της ταυτότητας τους. Εδώ αξίζει να προστεθεί και η επισήμανση της Τσοκαλίδου (2000) ότι η εναλλαγή κωδίκων ίσως τελικά βοηθά στη διατήρηση των ασθενέστερων γλωσσών. Οι ασθενέστερες κοινωνικά γλώσσες, π.χ η Πομακική της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης έχουν περιορισμένο αριθμό χώρων που απαιτούν τη χρήση τους και, κατ’ επέκταση, περιορισμένες πιθανότητες αυτόνομης διατήρησής τους. Στα πλαίσια της εναλλαγής κωδίκων το δίγλωσσο άτομο δεν αναγκάζεται να πληρώσει το τίμημα της απώθησης της πρώτης γλώσσας και ό,τι αυτή αντιπροσωπεύει για την ταυτότητά του. Με αυτόν τον τρόπο συνδυάζεται η πρώτη γλώσσα που είναι η ασθενέστερη με την κυρίαρχη γλώσσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;2.5. Γλωσσική διατήρηση και μετακίνηση&lt;br /&gt;Κατά τον Baker (2001) η γλωσσική διατήρηση αναφέρεται συνήθως στη σχετική σταθερότητα της γλώσσας ως προς τον αριθμό και την κατανομή των ομιλητών, στην επαρκή χρήση της από παιδιά και ενήλικες και στη διασφάλιση της χρήσης της σε συγκεκριμένους χώρους (π.χ. σπίτι, σχολείο, θρησκεία).&lt;br /&gt;Η γλωσσική μετακίνηση, από την άλλη, αναφέρεται στην καθοδική κίνηση της γλώσσας. Σημειώνεται δηλαδή μείωση στον αριθμό των ομιλητών αυτής της γλώσσας, απώλεια της γλωσσικής ικανότητας ή μειωμένη χρήση αυτής της γλώσσας σε διαφορετικούς χώρους. Τα τελευταία στάδια της γλωσσικής μετακίνησης καλούνται γλωσσικός θάνατος.&lt;br /&gt;Η γλωσσική διατήρηση και μετακίνηση σχετίζεται άμεσα με τη θεωρία των κοινωνικών δικτύων (“social networks”, Milroy 1987) τα οποία αποτελούν ένα από τα πιο συζητημένα μοντέλα ανάλυσης των γλωσσικών επιλογών κοινωνικών ομάδων με προσδιορίσιμα χαρακτηριστικά που συνδέονται με την καταγωγή, τον τόπο διαμονής και τη συμμετοχή σε επαγγελματικές και κοινωνικές δραστηριότητες. Βασίζεται στη συστηματική παρατήρηση και αντιπαραβολή των γλωσσικών επιλογών μεμονωμένων ατόμων με τις δομές των προσωπικών τους κοινωνικών δικτύων και στοχεύει στη συσχέτιση των μικροδομών της κοινωνικής οργάνωσης με τις μικροδομές του ευρύτερου κοινωνικo-πολιτισμικού περιβάλλοντος. Αυτή η προσέγγιση ενέχει σημαντική ερμηνευτική δυναμική σε σχέση με την κοινωνικο-γλωσσολογική κατάσταση δίγλωσσων γλωσσικών κοινοτήτων (Milroy 1987, Milroy &amp; Li Wei 1995, Zentella 1997, στο δικτυακό χώρο: www. revithiadoy.gr/ files/ papers/ Rhodian Muslim Greek pdf).&lt;br /&gt;Ένα προσωπικό κοινωνικό δίκτυο αποτελεί το σύνολο των σχέσεων που συγκροτεί το άτομο με άλλα πρόσωπα του στενού και του ευρύτερου κοινωνικού του περίγυρου. Τα άτομα συνήθως συμμετέχουν σε δύο τύπους δικτύων, τα κλειστά δίκτυα που περιλαμβάνουν τις στενές συγγενικές και φιλικές σχέσεις (κυρίως με μέλη της ίδιας κοινότητας) και τα ανοικτά δίκτυα διεπίδρασης, που περιλαμβάνουν τις φιλικές και επαγγελματικές επαφές τους με το ευρύτερο κοινωνικό χώρο (Milroy, 1987). Η βασική αρχή η οποία επιτρέπει τη σύνδεση των προσωπικών κοινωνικών δικτύων με φαινόμενα γλωσσικής διατήρησης ή μετακίνησης είναι ότι η ανάλυση των αλλαγών στη λειτουργία δικτύων που υποστήριζαν τη χρήση τοπικών γλωσσικών ποικιλιών μπορεί να φωτίσει το φαινόμενο της γλωσσικής αλλαγής. Οι δίγλωσσες μειονοτικές κοινότητες ακολουθούν την ίδια γενική αρχή, δηλαδή, τα δίκτυα τα οποία συγκροτούνται στη βάση ισχυρών δεσμών λειτουργούν ως μηχανισμός υποστήριξης των μειονοτικών γλωσσών. Όταν οι δεσμοί χαλαρώνουν είναι πιθανόν να επέλθει η γλωσσική μετακίνηση. Αυτό είναι δυνατόν να συμβεί και στην περίπτωση των γεωγραφικά οροθετημένων κλειστών δικτύων της γειτονιάς ή του αγροτικού χώρου και στην περίπτωση των αντίστοιχων δικτύων των αστικών κέντρων, των ονομαζόμενων δικτύων συναλλαγών (exchange networks), των οποίων τα μέλη δεν κατοικούν στην ίδια περιοχή.&lt;br /&gt;Στα μέλη της μειονοτικής ομάδας συχνά παρατηρείται επιλογή γλώσσας με βάση το πλαίσιο της επικοινωνιακής περίστασης (language choice pattern) καθώς και στη συστηματική εναλλαγή κωδίκων (βλ. ενότητα 2.4) κατά τη συνομιλία ανάμεσα στα μέλη της ομάδας. Η αναλυτική προσέγγιση αυτών των φαινομένων μέσα από το φαινόμενο των κοινωνικών δικτύων δίνει τη δυνατότητα σύνδεσης των καθημερινών γλωσσικών πρακτικών αφενός με τις ανεπίσημες κοινωνικές δομές και, αφετέρου με τις αλλαγές που συντελούνται στο πολιτικό και κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο. (Gumperz 1982, Milroy 1987, Milroy &amp; Li Wei 1995, Zentella 1997).&lt;br /&gt;Ποικίλοι παράγοντες προκαλούν τη γλωσσική μετακίνηση. Ο Baker (2001) αναφέρει ως κύριο την εξωτερική μετανάστευση από μια περιοχή για την εξασφάλιση εργασίας, υψηλότερου μισθού ή προαγωγής. Η εσωτερική μετανάστευση (π.χ. επισκέπτες εργάτες) αποτελεί μια ακόμα αιτία. Μερικές φορές έχουμε επίσης αναγκαστική ή εθελοντική κίνηση των μειονοτικών γλωσσικών ομάδων μέσα σ' έναν ορισμένο γεωγραφικό χώρο. Μέσα σε μια χώρα, η διγλωσσική μετακίνηση μπορεί να προκληθεί και από τον γάμο. Παραδείγματος χάρη, αν ένα δίγλωσσο άτομο προερχόμενο από μια μειονοτική γλωσσική κοινότητα παντρευτεί ένα μονόγλωσσο άτομο που ανήκει στη γλωσσική πλειονότητα, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μονόγλωσσα παιδιά που μιλούν την πλειονοτική γλώσσα. Η αύξηση της βιομηχανοποίησης και αστικοποίησης στον εικοστό αιώνα οδήγησε στην αυξανόμενη κίνηση του εργατικού δυναμικού. Με την ανάπτυξη της μαζικής επικοινωνίας, της πληροφορικής, του τουρισμού, των οδικών, θαλάσσιων και αεροπορικών δικτύων, φαίνεται πως οι μειονοτικές γλώσσες απειλούνται περισσότερο. Η δίγλωσση εκπαίδευση, ή η απουσία της, αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα στην παλιρροιακή κίνηση των μειονοτικών και πλειονοτικών γλωσσών (Baker, 2001).&lt;br /&gt;Οι Conklin &amp; Lourie (1983) με τη σειρά τους δίνουν κι αυτοί ένα συνοπτικό κατάλογο με τους λόγους που μπορεί να οδηγήσουν στη γλωσσική διατήρηση ή μετακίνηση. Σε αυτόν περιλαμβάνονται ο μεγάλος αριθμός ομιλητών που ζουν πολύ κοντά μεταξύ τους, η κοντινή απόσταση από την πατρίδα και η ευκολία ταξιδιού προς αυτή, η ακέραιη μητρική γλώσσα της κοινότητας, η εργασία όπου μιλιέται καθημερινά η μητρική γλώσσα - παράγοντες που συντείνουν στη γλωσσική διατήρηση, ενώ από την άλλη μεριά η απομακρυσμένη ή η δυσπρόσιτη πατρίδα, το χαμηλό ποσοστό επιστροφής στην πατρίδα και η μικρή πρόθεση επιστροφής, η φθίνουσα ανθεκτικότητα της μητρικής γλώσσας της κοινότητας, η εργασία που απαιτεί τη χρήση της πλειονοτικής γλώσσας - είναι παράγοντες που οδηγούν στην γλωσσική μετακίνηση.&lt;br /&gt;Τα φαινόμενα της γλωσσικής διατήρησης και μετακίνησης θα μπορούσαν να ενταχθούν σε ευρύτερες θεωρίες περί αφομοίωσης και αντίστασης αντίστοιχα, όπως αυτές υποστηρίχθηκαν κατά καιρούς από διάφορους ερευνητές (π.χ οι Park και Gordon στον Κάτσικα, 1999), οι οποίοι θεωρούσαν ότι η αφομοίωση των μειονοτικών ομάδων (και άρα η μετακίνηση της μειονοτικής γλώσσας στην κυρίαρχη) από τον κυρίαρχο πολιτισμό είναι μια διαδικασία όχι μόνο επιθυμητή, αλλά και προοδευτική, αφού διασφαλίζει την κοινωνική τάξη. Σε αυτό το πλαίσιο, προκρίνεται η δημιουργία ενός ομοιογενούς εθνικού πολιτισμού, ο οποίος θέτει σε όλα τα γλωσσικά και πολιτισμικά διαφοροποιημένα άτομα αυστηρά κριτήρια αφομοίωσης, προκειμένου να τα αποδεχθεί ως ισότιμα μέλη της κοινωνίας. Από την άλλη, αναπτύχθηκαν ως αντίβαρο οι θεωρίες της αντίστασης σύμφωνα με την οποία τα παιδιά των μειονοτήτων στο σχολείο δεν επηρεάζονται από τη «σχολική» ιδεολογία, αλλά απλά την ανέχονται ή αντιδρούν σε αυτή μέσα από τη διατήρηση της γλώσσας τους, της ταυτότητάς τους, την ανάπτυξη ιδιαιτέρων κωδίκων και αξιών μεταξύ τους κτλ. Στόχος αυτής της προσέγγισης είναι η αύξηση της συμβατότητας ανάμεσα στον πολιτισμό της οικογένειας και του σχολείου, ώστε να παράσχουν ισότητα ευκαιριών.&lt;br /&gt;Ωστόσο, ο τρόπος χρήσης των όρων «διατήρηση» και «μετακίνηση» μπορεί να είναι κάποιες φορές αόριστος, με την έννοια ότι ίσως να αναφέρονται στο βαθμό διείσδυσής τους σε μια περιοχή, στην ικανότητά τους στη γλώσσα ή στη χρήση της γλώσσας σε διαφορετικούς χώρους. Κατά δεύτερο λόγο, πρόκειται κυρίως για έννοιες της κοινωνιογλωσσολογίας. Οι γλωσσολόγοι χρησιμοποιούν αυτούς τους όρους με τον δικό τους τρόπο, για να αναφερθούν π.χ σε αλλαγές στη γραμματική και το λεξιλόγιο με το πέρασμα του χρόνου. Τέλος, οι γλώσσες ούτε χάνουν ούτε αποκτούν ομιλητές. Αντίθετα, οι ομιλητές είναι εκείνοι που αποκτούν ή χάνουν γλώσσες.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6126784924047014371-1374765956082497419?l=alexandrospapanis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/feeds/1374765956082497419/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/2.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/1374765956082497419'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/1374765956082497419'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/2.html' title='Διγλωσσία 2, Δρ Αλέξανδρος Παπάνης, ΕΕΔΙΠ Πολυτεχνικής Σχολής Ξάνθης'/><author><name>Δρ. Αλέξανδρος Παπάνης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14387444323366524626</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='30' src='http://4.bp.blogspot.com/_aMH3uwQ9geM/SsEoryw5D_I/AAAAAAAAABg/OLQ43IaXIZc/S220/IMG_0119.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6126784924047014371.post-2055839484725414689</id><published>2009-09-11T22:31:00.000-07:00</published><updated>2009-09-11T22:37:45.595-07:00</updated><title type='text'>Tο Facebook και τα κοινωνικά δίκτυα στην Ελλάδα</title><content type='html'>Στόχοι της Έρευνας:&lt;br /&gt;1.Λόγοι χρήσης του διαδικτύου για την επισύναψη σχέσεων&lt;br /&gt;2.Βαθμός εξάρτησης από το Facebook&lt;br /&gt;3.Χρόνος καθημερινής ενασχόλησης με το διαδίκτυο&lt;br /&gt;4.Τρόποι αύξησης της κοινωνικότητας μέσω του διαδικτύου&lt;br /&gt;5.Αλληλεπίδραση μεταξύ των χρηστών του Facebook&lt;br /&gt;6.Δυνατότητα επισύναψης σοβαρών σχέσεων μέσω του Διαδικτύου&lt;br /&gt;7.Βαθμός αντικατάστασης της φυσικής κοινωνικής επαφής με τη χρήση του Facebook&lt;br /&gt;8.Επίγνωση των κινδύνων που ελλοχεύουν από τη χρήση του Facebook&lt;br /&gt;9.Εντοπισμός και καταγραφή των εφαρμογών του Facebook που χρησιμοποιούνται συχνότερα&lt;br /&gt;10.Επίγνωση του βαθμού επηρεασμού της σχολικής ή επαγγελματικής επίδοσης των χρηστών από το Facebook&lt;br /&gt;11.Δυνατότητες χρήσης των κοινωνικών δικτύων για τη σύναψη σχέσεων στο μέλλον&lt;br /&gt;Προφίλ της έρευνας&lt;br /&gt;Χρόνος πραγματοποίησης: 15 Μαρτίου 2008 – 1 Ιουνίου 2008&lt;br /&gt;Δημιουργία ψεύτικων προφίλ με διαφορετικά κοινωνικά χαρακτηριστικά&lt;br /&gt;Αριθμός ατόμων που προσέγγισαν τα προφίλ της έρευνας: 825&lt;br /&gt;Αριθμός ατόμων που δέχθηκαν να απαντήσουν στα ερωτήματα της Συνέντευξης μέσω chat: 200 &lt;br /&gt;Αποτελέσματα της έρευνας&lt;br /&gt;Α)  Γενικά &lt;br /&gt;Κορίτσια: συνήθως περιστασιακοί χρήστες, &lt;br /&gt;Αγόρια: ευνοϊκότερα διακείμενα στην κοινωνική δικτύωση &lt;br /&gt;Οι πολύωροι χρήστες του Facebook προέρχονται από γονείς με τριτοβάθμια εκπαίδευση&lt;br /&gt;Οι πολύωροι χρήστες του Facebook επιδεικνύουν μειωμένες δημιουργικές δραστηριότητες στον ελεύθερο χρόνο τους&lt;br /&gt;Οι πολύωροι χρήστες του Facebook είναι συνήθως μοναχικά άτομα, σε αντίθεση με τους περιστασιακούς χρήστες που αφιερώνουν αρκετό χρόνο για κοινωνικές συναναστροφές&lt;br /&gt;Τα κορίτσια συχνά παρουσιάζουν ένα μυστηριώδη εαυτό, χρησιμοποιούν καλές ατάκες και μερικές φορές εμφανίζουν προκλητικές φωτογραφίες &lt;br /&gt;Τα αγόρια, αντίθετα, επαίρονται για τα σωματικά τους προσόντα και για το δυναμισμό τους&lt;br /&gt;Οι περισσότεροι χρήστες ανοίγουν λογαριασμό στο Facebook επειδή είναι της μόδας&lt;br /&gt;Η πληθώρα των διαφημίσεων του Facebook δεν ενοχλεί τους χρήστες του.&lt;br /&gt;Β) Πλεονεκτήματα του Facebook&lt;br /&gt;Η ηλεκτρονική κοινωνική δικτύωση είναι ο ευκολότερος τρόπος επικοινωνίας συγκριτικά με το email και τις πιο συμβατές μορφές διάδρασης, ειδικά για τους νέους της επαρχίας με λιγοστές ευκαιρίες για νέες γνωριμίες &lt;br /&gt;Το Facebook προσφέρει άνετη πρόσβαση στην πληροφορία, δυνατότητα αλληλεπίδρασης με άλλα άτομα με ίδια ενδιαφέροντα και δυνατότητα συγκρότησης κοινών ομάδων&lt;br /&gt;Το Facebook αποτελεί έναν εναλλακτικό τρόπο ζωής&lt;br /&gt;Σε αρκετές περιπτώσεις, μέσω της εφαρμογής αυτής,  επιτυγχάνεται επανασύνδεση χρηστών με παλιούς τους φίλους&lt;br /&gt;Το Facebook προσφέρει τη δυνατότητα στο άτομο να απελευθερώσει το συναίσθημα και να ξεδιπλώσει τον εσωτερικό του κόσμο.&lt;br /&gt;Γ) Μειονεκτήματα του Facebook&lt;br /&gt;Το πλήθος των εφαρμογών του Facebook με τις συνεχείς προσκλήσεις σε quiz και test χαμηλού επιπέδου κουράζουν τους χρήστες &lt;br /&gt;Το ηλεκτρονικό “φακέλωμα” μέσω του Facebook προβληματίζει τους χρήστες και συχνά λειτουργεί αποτρεπτικά για νέα μέλη&lt;br /&gt;Πολλοί χρήστες θεωρούν ότι το Facebook αποτελεί μια παροδική “μόδα” που σύντομα θα αντικατασταθεί&lt;br /&gt;Το Facebook προάγει τις επιφανειακές, αόριστες και εφήμερες σχέσεις&lt;br /&gt;Οι πολύωροι χρήστες του Facebook παρουσιάζουν μια επίσης ιδιότυπη σχέση με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια και τον υπολογιστή γενικότερα&lt;br /&gt;Το γλωσσικό επίπεδο των χρηστών του Facebook συχνά περιορίζεται σε ύβρεις και σε αθυροστομίες.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6126784924047014371-2055839484725414689?l=alexandrospapanis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/feeds/2055839484725414689/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/t-facebook.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/2055839484725414689'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/2055839484725414689'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/t-facebook.html' title='Tο Facebook και τα κοινωνικά δίκτυα στην Ελλάδα'/><author><name>Δρ. Αλέξανδρος Παπάνης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14387444323366524626</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='30' src='http://4.bp.blogspot.com/_aMH3uwQ9geM/SsEoryw5D_I/AAAAAAAAABg/OLQ43IaXIZc/S220/IMG_0119.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6126784924047014371.post-579484271837613307</id><published>2009-09-10T07:43:00.001-07:00</published><updated>2009-09-10T07:43:57.746-07:00</updated><title type='text'>The effect of strategy instruction on strategy use by Muslim students learning English as foreign language 1Zoe Gavriilidou &amp; 2Alexandros Papanis 1&amp;2D</title><content type='html'>The purpose of the present study was to examine the effect of strategy instruction on strategy use by&lt;br /&gt;Muslim pupils learning English as foreign language. 122 pupils attending minority schools in Xanthi&lt;br /&gt;and Rodopi, aged from 10 to 12 years old, participated in the study. The sample was divided in an&lt;br /&gt;experimental group (N=68) who followed a specially designed program aiming at raising learning&lt;br /&gt;strategy use and a control group (N=54) who followed only the typical program of English language&lt;br /&gt;teaching. Strategy use in both groups was evaluated with a standardized questionnaire based on&lt;br /&gt;previous work of Oxford (1990) and O’ Malley and Chamot (1990) before and immediately after the&lt;br /&gt;cessation of the program. The results showed that there was a significant improvement in the use of&lt;br /&gt;metacognitive strategies (F=56,037, df 1, sig 0,000), cognitive strategies (F=52,868 df 1, sig 0,000)&lt;br /&gt;and socio-affective strategies (F=188,055, df 1, sig 0,000). These results stress the need for designing&lt;br /&gt;special curricula for raising pupils’ or students’ strategic use of language in second or foreign language&lt;br /&gt;teaching.&lt;br /&gt;References&lt;br /&gt;O’ Malley, M. &amp; Chamot, A 1990. Learning Strategies in second language acquisition. Cambridge University&lt;br /&gt;Press.&lt;br /&gt;Oxford, R. 1990. Language Learning Strategies. Heinle &amp; Heinle Publishers, Boston.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6126784924047014371-579484271837613307?l=alexandrospapanis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/feeds/579484271837613307/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/effect-of-strategy-instruction-on_10.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/579484271837613307'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/579484271837613307'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/effect-of-strategy-instruction-on_10.html' title='The effect of strategy instruction on strategy use by Muslim students learning English as foreign language 1Zoe Gavriilidou &amp; 2Alexandros Papanis 1&amp;2D'/><author><name>Δρ. Αλέξανδρος Παπάνης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14387444323366524626</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='30' src='http://4.bp.blogspot.com/_aMH3uwQ9geM/SsEoryw5D_I/AAAAAAAAABg/OLQ43IaXIZc/S220/IMG_0119.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6126784924047014371.post-8952402350102680159</id><published>2009-09-10T07:28:00.000-07:00</published><updated>2009-09-10T07:30:02.205-07:00</updated><title type='text'>Αποτελεσματικοί τρόποι διδασκαλίας σε πολυπολιτισμικά περιβάλλοντα</title><content type='html'>Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου&lt;br /&gt;Αλέξανδρος Παπάνης, ΕΕΔΙΠ Πολυτεχνείου Θράκης&lt;br /&gt;Ειρήνη-Μυρσίνη Παπάνη, (MSc) Καθηγήτρια Αγγλικών&lt;br /&gt;Αγνή Βίκη, Δρ Γενικής-Πειραματικής Ψυχολογίας&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εισαγωγή&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προκειμένου οι εκπαιδευτικοί να εφαρμόσουν αποτελεσματικούς τρόπους διδασκαλίας μέσα σε ένα περιβάλλον πολιτισμικής ετερότητας, θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουν το ρόλο τους, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Τα σχολεία είναι «θεσμοί μάθησης πουγια να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στην αποστολή τους, χρειάζεται να προσαρμοστούν στις συνεχώς μεταβαλλόμενες δημογραφικές και κοινωνικές συνθήκες. Προϋπόθεση για την αποτελεσματική διδασκαλία αποτελεί το να είναι οι εκπαιδευτικοί ενημερωμένοι για τη σχετική έρευνα και θεωρία και να αναλαμβάνουν την ευθύνη, που τους αναλογεί σχετικά με την εφαρμογή των κατάλληλων διδακτικών πρακτικών που θα ανταποκρίνονται στις γλωσσικές και μαθησιακές ανάγκες των μαθητών τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρακτικές συμβουλές για εκπαιδευτικούς:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;    * Γνωρίστε σε βάθος το αντικείμενο του εκπαιδευτικού προγράμματος και των ιδιαιτεροτήτων του&lt;br /&gt;      Προετοιμαστείτε κατάλληλα ως προς το διδακτικό αντικείμενο (Ο δάσκαλος πρέπει να έχει μελετήσει εκατό θέματα, για να μπορεί μα μιλήσει για ένα)&lt;br /&gt;    * Να είστε σε θέση να δίνετε ικανοποιητικές απαντήσεις στα ερωτήματα των μαθητών σας. Σε αυτό βοηθά η γενική σας παιδεία και γνώσεις,&lt;br /&gt;    * Να προβαίνετε σε συνεχή διερεύνηση των εκπαιδευτικών αναγκών των μαθητών,&lt;br /&gt;      Κατευθύνετε τους μαθητές σε πηγές γνώσεων για περαιτέρω διερεύνηση του εκπαιδευτικού αντικειμένου.&lt;br /&gt;    * Στην αρχή του διδακτικού έτους αναλύστε στους μαθητές σας τι προσδοκάτε ( ή τι συμπεριφορές περιμένετε) από τον άριστο μαθητή, από το μέτριο μαθητή και από τον κακό μαθητή. Υπογράψτε ένα συμβόλαιο με τους μαθητές σας και τηρήστε το απαρέγκλιτα).&lt;br /&gt;    * Να θυμάστε ότι οι μαθητές προτιμούν έναν αυστηρό, αλλά δίκαιο δάσκαλο.&lt;br /&gt;    * Προτρέψτε τους μαθητές να βρίσκουν εναλλακτικές εφαρμογές σε όσα τους διδάσκετε. Αναπτύξτε την κριτική σκέψη των μαθητών σχετικά με το μαθησιακό υλικό και το έργο τους στην τάξη παραμένοντας όμως πάντα στο παρασκήνιο (Παπαευθυμίου-Λύτρα, 2001).&lt;br /&gt;    * Ενισχύστε τις αρχές της της ενσυνείδητης μάθησης και της αυτονομίας των μαθητών μέσα από τις διαδικασίες του “μαθαίνω πώς να μαθαίνω”, όπου οι μαθητές προσπαθούν να ανταποκριθούν στις δικές τους ανάγκες και στους προσωπικούς τους στόχους, επιμελούμενοι τις λεπτομέρειες της οργάνωσης της μαθησιακής διαδικασίας που θα ακολουθήσουν και του προσωπικού τους χρόνου (Παπαευθυμίου-Λύτρα, 2001).&lt;br /&gt;    * Απαλλαχτείτε από πολιτισμικές προκαταλήψεις και ρατσιστικές τάσεις. Το θετικό κλίμα και η σχέση αποδοχής και σεβασμού μεταξύ δασκάλου και μαθητή οδηγούν στην ολοένα και μεγαλύτερη προσπάθεια των μαθητών.&lt;br /&gt;    * Σύμφωνα με τους Ηuffman &amp; Speer (2000) η ανάπτυξη των παιδιών ενισχύεται σε περιβάλλοντα όπου έρχονται σε επαφή με άτομα με τα οποία έχουν αναπτύξει θετική συναισθηματική σχέση. Η ανάπτυξη στενής διαπροσωπικής σχέσης με τον εκπαιδευτικό κάνει τα παιδιά να αισθάνονται ότι πλαισιώνονται από ένα υποστηρικτικό περιβάλλον.&lt;br /&gt;    * Μετατρέψτε, σε συνεργασία με άλλους που συμμετέχουν στην εκπαιδευτική πραγματικότητα, τον εαυτό σας σε ενεργό υποκείμενο που ερευνά, εφαρμόζει νέες πρακτικές, ελέγχει την αποτελεσματικότητα αυτών των πρακτικών και οδηγείται σε γενικότερα συμπεράσματα, που συμβάλλουν στη βελτίωση των συνθηκών της εκπαιδευτικής κατάστασης (Mills, 2003, Stringer, 2004). Όπως παρατηρεί η Αικατερίνη Μίχου et al. (2008): ‘ Η εκπαιδευτική έρευνα-δράση νοείται ως μια σπείρα, που κάθε κρίκος αποτελείται από το σχεδιασμό μιας δράσης, τη δράση, την παρατήρηση και τη σκέψη πάνω στη δράση, που οδηγεί στη μελλοντική δράση’ .&lt;br /&gt;    * Καλλιεργείστε την αυτογνωσία και της δημιουργικότητα των μαθητών ως σχέση αμφίδρομη: ανάπτυξη αυτογνωσίας μέσω της δημιουργικότητας και ανάπτυξη δημιουργικότητας μέσω της αυτογνωσίας. Η αυτογνωσία αναφέρεται στη διαδικασία παρατήρησης, κατανόησης και μετασχηματισμού του εαυτού• άρα, για να λάβει χώρα, τίθενται σε λειτουργία εκ περιτροπής οι πέντε διεργασίες της σκέψης (κατανόηση, μνήμη, συγκλίνουσα σκέψη, αποκλίνουσα σκέψη και αξιολόγηση), και με αυτό τον τρόπο οι διεργασίες αυτές αναπτύσσονται. Ταυτόχρονα, όμως, αναπτύσσονται και οι συναισθηματικές διεργασίες, που αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργικότητα, καθώς ο μαθητής μέσω της αυτογνωσίας προσπαθεί να έρθει σε επαφή με τα συναισθήματά του, να τα αναγνωρίσει και να τα διαχειριστεί. Παράλληλα, καθώς ο μαθητής αναπτύσσει τις γνωστικές και συναισθηματικές του διεργασίες, που όπως αναφέρθηκε αποτελούν συστατικά της δημιουργικότητας, αποκτά εφόδια όχι μόνο για να παρατηρήσει και να κατανοήσει τον εαυτό του, αλλά κυρίως για να τον μετασχηματίσει. Μέσα από αυτήν την διαδικασία επιδιώκεται να γίνει ο μαθητής ο αιτιώδης παράγοντας της συμπεριφοράς του, συνθήκη απαραίτητη για την διασφάλιση της ψυχικής του υγείας.( Αικατερίνη Μίχου et al, 2008).&lt;br /&gt;    * Χρησιμοποιείστε νέες εκπαιδευτικές πρακτικές όπως η έρευνα δράσης στηρίζονται στην ομαδική μορφή εργασίας. Η έρευνα δράσης (Carr&amp; Kemmis, 2000), είναι μια συνεργατική δραστηριότητα, η οποία διεξάγεται στο περιβάλλον του σχολείου και σε αυτή συμμετέχει ο εκπαιδευτικός και οι μαθητές (Noffke&amp; Stevenson,1995). Πρόκειται για διαδικασία στην οποία οι συμμετέχοντες εξετάζουν την εκπαιδευτική τους πρακτική χρησιμοποιώντας τεχνικές έρευνας. Ο συνεργατικός χαρακτήρας επιτρέπει την εύρεση λύσεων στα προβλήματα που εμφανίζονται στο σχολείο, βελτιώνει τη μορφή διδασκαλίας και αυξάνει τη σχολική επιτυχία. Προγράμματα δράσης αρχίζουν με ένα πρόβλημα του οποίου η λύση οδηγεί σε άλλες περιοχές μελέτης. Τα οφέλη από την εφαρμογή της έρευνας δράσης είναι πολλά• οι εμπλεκόμενοι στη διαδικασία καθίστανται γνώστες περισσότερων αντικειμένων, επεκτείνουν και μετασχηματίζουν τις γνώσεις τους, εργάζονται με ομαδικό πνεύμα για κοινό σκοπό. Τα ερευνητικά προγράμματα δράσης γίνονται μέρος του σχολικού πολιτισμού, παρατηρείται αυξημένο συναίσθημα συνεργασίας καθώς και αυξημένη σχολική επίδοση. Αυτή η διαδικασία δημιουργεί νέα σχέδια συλλογικότητας και επικοινωνίας. Δίνεται η δυνατότητα αξιολόγησης του έργου των εκπαιδευτικών. Η έρευνα δράσης εστιάζει στους μαθητές. Οι εκπαιδευτικοί μπορούν να ερευνήσουν την επίδραση που έχει η διδασκαλία τους. Η συνεργατική έρευνα δράσης σε συνδυασμό με τη χρήση ηλεκτρονικών παιχνιδιών στην εκπαιδευτική διαδικασία μπορεί να οδηγήσει σε θετικά αποτελέσματα. Η χρήση του παιχνιδιού ,ενός ψυχαγωγικού εργαλείου ως μέσο εκπαίδευσης αποτελεί ένα ισχυρό κίνητρο για την εμπλοκή των μαθητών στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ευνοεί την βιωματική αναπαράσταση και τη σύνδεση της γνώσης με την καθημερινή ζωή. Προάγει επίσης , τη δημιουργικότητα ,τη μεθοδική εργασία και την καλλιέργεια της φαντασίας (Κεκές, 2002)&lt;br /&gt;    * Προτρέψτε τους μαθητές σας να αναλογιστούν ( Αικατερίνη Μίχου et al, 2008):&lt;br /&gt;          o Πώς είμαι στο πλαίσιο της σχολικής τάξης, της οικογένειας και των φίλων, δηλαδή πώς είμαι (τι σκέφτομαι, πώς συμπεριφέρομαι και πώς αισθάνομαι) στο ρόλο του μαθητή, του παιδιού, της οικογένειας και του φίλου;&lt;br /&gt;          o Γιατί είμαι έτσι; Γιατί συμπεριφέρομαι ή αισθάνομαι κατά τον έναν ή τον άλλον τρόπο; Γιατί διαμόρφωσα τη μία ή την άλλη αντίληψη;&lt;br /&gt;          o Προς ποιες συμπεριφορές, συναισθήματα, αντιλήψεις (κίνητρα, στόχους) με οδηγεί το διαπροσωπικό πλαίσιο; Πώς αξιολογώ αυτές τις συμπεριφορές, τα συναισθήματα και τις αντιλήψεις;&lt;br /&gt;          o Προς ποιες συμπεριφορές, συναισθήματα, αντιλήψεις οδηγώ τους άλλους με τη συμπεριφορά μου;&lt;br /&gt;          o Υπάρχει τρόπος να συμβάλλω στη διαμόρφωση του διαπροσωπικού πλαισίου; Πώς διαχειρίζομαι ένα πλαίσιο που δεν μπορώ να αλλάξω άμεσα;&lt;br /&gt;    * Στο τέλος του σχολικού έτους θα πρέπει ο μαθητής να μπορεί να παραδεχτεί τα εξής :&lt;br /&gt;          o Είμαι υπεύθυνος για την επίτευξη των στόχων μου&lt;br /&gt;          o Είμαι υπεύθυνος για τις επιλογές και τις πράξεις μου&lt;br /&gt;          o Είμαι υπεύθυνος για τους ρεαλιστικούς στόχους στον τομέα της αγωγής&lt;br /&gt;          o Είμαι υπεύθυνος για τις επιτυχίες ή αποτυχίες στον τομέα των διαπροσωπικών σχέσεων&lt;br /&gt;          o Είμαι υπεύθυνος για τη συμπεριφορά μου με άλλους ανθρώπους&lt;br /&gt;          o Είμαι υπεύθυνος για το πώς προγραμματίζω τον χρόνο μου&lt;br /&gt;          o Είμαι υπεύθυνος για το βαθμό της επικοινωνιακής δυνατότητας&lt;br /&gt;          o Είμαι υπεύθυνος για την προσωπική μου ευτυχία&lt;br /&gt;          o Είμαι υπεύθυνος για τις αξίες τις οποίες θέτω στη ζωή μου.&lt;br /&gt;          o Είμαι υπεύθυνος για τη διαχείριση της αυτοεκτίμησής μου&lt;br /&gt;    * Αξιοποιείστε την προηγούμενη γνώση και εμπειρία των μαθητών, γιατί αυτό:&lt;br /&gt;          o αυξάνει τη γνωστική δραστηριοποίηση και κάνει τις έννοιες να έχουν περισσότερο νόημα για τους μαθητές, εφόσον τους επιτρέπει να ερμηνεύουν τις νέες πληροφορίες σε σχέση με αυτά που ήδη ξέρουν.&lt;br /&gt;          o βοηθά τους δασκάλους να γνωρίσουν καλύτερα τους μαθητές τους ως άτομα με τη δική τους μοναδική προσωπική ιστορία, γεγονός που τους επιτρέπει να προσαρμόσουν τη διδασκαλία τους στις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα του κάθε μαθητή και&lt;br /&gt;          o δημιουργεί μέσα στην τάξη ένα περιβάλλον, όπου η πολιτισμική γνώση των μαθητών αποκτά την αξία της και δίνει στους μαθητές κίνητρο να επενδύσουν μεγαλύτερο μέρος του εαυτού τους στη μαθησιακή διαδικασία.&lt;br /&gt;          o Δραστηριοποιεί τις νοητικές και γνωστικές διαδικασίες υψηλότερου επιπέδου (ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση, κριτική σκέψη), ικανότητα που έχει ως αποτέλεσμα περισσότερη μάθηση. Η διδασκαλία θα πρέπει να προκαλεί τη νοητική προσπάθεια των μαθητών, δηλαδή να χαρακτηρίζεται από κάποιο βαθμό δυσκολίας και να τους προκαλεί να δραστηριοποιούνται, προκειμένου να αναπτύξουν τις μορφωτικές και πνευματικές τους ικανότητες. Ωστόσο, αν η διδασκαλία ξεπερνά αυτό που οι μαθητές μπορούν να επεξεργαστούν γνωστικά (λόγω της έλλειψης πλαισιακής υποστήριξης, τότε θα απογοητευθούν και θα παραιτηθούν από κάθε προσπάθεια για μάθηση.&lt;br /&gt;    * Καλλιεργείστε δεξιότητες μεταγνώσης, δηλαδή την ικανότητα των να σκέφτονται για τις γνωστικές διεργασίες που απαιτούνται, για να επιτευχθεί και η πιο απλή νοητική λειτουργία.&lt;br /&gt;    * Να θυμάστε ότι βαθύτερα επίπεδα μνημονικής επεξεργασίας επιτυγχάνουν οι πληροφορίες που μπορούν να συνδεθούν με τις προσωπικές εμπειρίες ή φέρουν συναισθηματική απόχρωση. Αυτό μπορεί να δράσει είτε αποτρεπτικά είτε ενισχυτικά και επαφίεται στην ευχέρεια του καθηγητή να επιτύχει το δεύτερο. Όλο το μαθησιακό υλικό μπορεί να αναπροσαρμοστεί κατ’ αυτό τον τρόπο. Ο καθηγητής οφείλει να διαθέτει φαντασία και ευρηματικότητα.&lt;br /&gt;    * Η προσωπικότητα του διδάσκοντος, είναι βαρύνουσας σημασίας, παρόλο που οι μοντέρνες θεωρίες υποβαθμίζουν το ρόλο της. Σύμφωνα με την ψυχοδυναμική θεωρία του Freud η διδασκαλία αναγκαστικά εμπερικλείει τις έννοιες της μεταβίβασης και αντιμεταβίβασης. Οι μαθητές προβάλλουν στο διδάσκοντα τα πρότυπα της εξουσίας που έχουν βιώσει είτε οικογενειακής είτε συζυγικής. Αν ο καθηγητής αναπαράγει τις μορφές αυτές (π.χ. με ένα αυστηρό ηγετικό χαρακτήρα ή με υπερβάλλουσα ελαστικότητα), τότε η ταύτιση είναι αναπόφευκτη. Η διδασκαλία τότε, όσο πεφωτισμένη κι αν γίνει, είναι πιθανό να αποτύχει. Παράλληλα, ο καθηγητής μεταβιβάζει στους μαθητές προσδοκίες, στερεότυπα, προσωπικές ανεπάρκειες, που διαμορφώνουν εν πολλοίς το ύφος καθηγεσίας. Ο αυταρχικός, δημοκρατικός ή αδιάφορος καθηγητής ασκεί διαφορετική επιρροή στους μαθητές και επιτυγχάνει αντίστοιχα διαφορετικά μαθησιακά αποτελέσματα.&lt;br /&gt;    * Μην ξεχνάτε ότι μάθηση έχει σημασία μόνο εφόσον έχει νόημα για το μαθητή μέσα από ευέλικτους ατομικούς στόχους. Σκοπός της είναι η προσωπική ανάπτυξη και ολοκλήρωση, η ενδοσκόπηση, η ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης, της κοινωνικότητας και της ομαλής προσαρμογής. Ο καθηγητής παρέχει κίνητρα για μάθηση, διαχειρίζεται τις συγκρούσεις, αξιοποιεί το προσωπικό ύφος, αναδεικνύει τις λανθάνουσες δεξιότητες, αναπλαισιώνει τις εμπειρίες, προωθεί τη διδασκαλία μέσω προσωπικών εξερευνήσεων και ερμηνευτικών αναστοχασμών. Η αξιολόγηση συνοψίζεται στην προσπάθεια συντονισμού των γνώσεων προς την ατομική, ολόπλευρη καλλιέργεια μέσω του ελεύθερου διαλόγου, της ενδοσκόπησης της διδασκαλίας επικοινωνιακών και ηγετικών ικανοτήτων και της εξάσκησης της διεκδικητικότητας.&lt;br /&gt;    * Η μάθηση είναι μια γνωστική συστηματοποίηση δεδομένων. Επομένως, πρέπει να ξεκινά με θέματα που παρακινούν τους μαθητές να οργανώσουν τα αντιληπτικά ερεθίσματα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να κατασκευάζουν συγκροτημένα νοήματα.&lt;br /&gt;    * Το συγκροτημένο νόημα απαιτεί την κατανόηση τόσο του συνόλου των δεδομένων όσο και των σχέσεων των δεδομένων μεταξύ τους και στο πλαίσιο του συνόλου. Άρα, η διαδικασία της μάθησης επικεντρώνεται σε σχέσεις γεγονότων και όχι σε μεμονωμένα γεγονότα.&lt;br /&gt;    * Ο σκοπός της μάθησης είναι να μπορέσει ο μαθητής να κατασκευάσει το προσωπικό του διανοητικό μοντέλο και όχι να αποστηθίζει τις «σωστές» απαντήσεις υιοθετώντας το μοντέλο κάποιου άλλου.&lt;br /&gt;    * Μην λησμονείτε ότι σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου Αιγαίου (Παπάνης, 2007) ο αποτελεσματικός εκπαιδευτικός έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά σύμφωνα με τις απόψεις των μαθητών: γνωρίζει καλά το αντικείμενο που διδάσκει, έχει χιούμορ, είναι ευέλικτος, οργανώνει σωστά την τάξη και το χρόνο διδασκαλίας, είναι δίκαιος, αποτελεί πηγή έμπνευσης για τους μαθητές, γνωρίζει τις ανάγκες των μαθητών, παρέχει επανατροφοδότηση, δείχνει ενθουσιασμό, κοινοποιεί τους στόχους, τη σειρά των εννοιών του μαθήματος, τις ευθύνες που θα αναλάβουν οι μαθητές και να είναι επικοινωνιακός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια άλλη σημαντική παράμετρος στη σχέση εκπαιδευτικού και μαθητή είναι η διαδικασία της αξιολόγησης αλλά και της αυτοαξιολόγησης, ιδιαίτερα όταν έχει ως κίνητρο της την αέναη προσπάθεια για πρόοδο και βελτίωση. Ο εκπαιδευτικός αξιολογεί τον εαυτό του ως προς την εκπαιδευτική διαδικασία, αξιολογεί τους μαθητές στο σύνολό τους, αλλά και καθέναν ξεχωριστά, προκειμένου να εντοπίσει πιθανές αδυναμίες και να συμβάλει κατάλληλα στην εξάλειψή τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ειδικά, η επιτυχία του δασκάλου στη διαδικασία της αυτοαξιολόγησης μπορεί να κριθεί, κατά τον Malone (2003) από το κατά πόσο:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;    * υιοθετεί αυτοκριτική διάθεση που χαρακτηρίζεται από σκέψεις, όπως «μπορώ να καταφέρω περισσότερα από αυτά που έχω ήδη κατακτήσει», «μπορώ να βελτιώσω τις διαπροσωπικές μου ικανότητες ζητώντας ανατροφοδότηση»&lt;br /&gt;    * επαναξιολογεί καταστάσεις υιοθετώντας μια διαφορετική οπτική γωνία και προσπαθώντας να μπει στη θέση εκείνων με τους οποίους συναλλάσσεται (π.χ μαθητές, συνεκπαιδευτές κτλ)&lt;br /&gt;    * σχεδιάζει προγράμματα αξιολόγησης μέσα από τα οποία μπορεί να εμπνευστεί για να εφαρμόσει σχετικά εργαλεία για την αξιολόγηση του δικού του εκπαιδευτικού έργου&lt;br /&gt;    * θέτει στον εαυτό του στόχους για την ανάπτυξη νέων γνώσεων, ικανοτήτων και στάσεων που σχετίζονται με την αύξηση της αποτελεσματικότητας του ρόλου του δασκάλου.&lt;br /&gt;    * Η Σκούρτου περιγράφει το θετικό κλίμα με ένα βασικό αξίωμα: ότι οι ανθρώπινες σχέσεις βρίσκονται στην καρδιά της σχολικής πρακτικής. Και συνεχίζει: «ο δάσκαλος, όντας συνήθως μέλος της κυρίαρχης ομάδας, έχει τη δυνατότητα είτε να αναπαράγει τις όποιες εξουσιαστικές σχέσεις της ευρύτερης κοινωνίας είτε να τις αμφισβητήσει. Αν κάνει το πρώτο δε θα κατηγορηθεί για αυτό, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι οι μαθητές του θα μάθουν πράγματα από αυτόν. Αν κάνει το δεύτερο, ίσως κατηγορηθεί για αυτό, αλλά είναι πιθανότερο ότι οι μαθητές του κάτι θα μάθουν από αυτόν»&lt;br /&gt;    * Όσον αφορά την επιλογή των κατάλληλων, κάθε φορά, στρατηγικών εκμάθησης, ο εκπαιδευτικός μπορεί να αναλάβει το ρόλο του ερευνητή και λαμβάνοντας υπόψη τα πορίσματα επίσημων και έγκυρων ερευνών, να προβαίνει στη διερεύνηση και ενίσχυση των στρατηγικών εκείνων που, κατά τη γνώμη του, θα βοηθήσουν τους μαθητές του να τις χρησιμοποιούν αποτελεσματικότερα. (Cohen, 1998). Όταν ο εκπαιδευτικός κατέχει την κατάλληλη γνώση τότε είναι σε θέση να προτείνει στους μαθητές του τεχνικές και στρατηγικές εκμάθησης, που ενδεχομένως να τους βοηθήσουν σε αυτή τους την προσπάθεια.&lt;br /&gt;    * Ένα άλλο εξίσου σημαντικό σημείο είναι η αποδοχή της ταυτότητας του παιδιού. Αυτό σημαίνει ότι ο δάσκαλος δέχεται το παιδί έτσι όπως είναι, με το «πολιτισμικό κεφάλαιο που κουβαλάει» (Δαμανάκης, 1997). Ο Cummins (2003) δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ενδυνάμωση της ταυτότητας του δίγλωσσου μαθητή, ώστε να βελτιωθεί η σχολική του επίδοση. Η θετική σχολική επίδοση ενός μαθητή αντανακλά τη θετική αίσθηση ταυτότητας που αναπτύσσει, το κίνητρό του να πετύχει ακαδημαϊκά, τη βεβαιότητά του ότι η παρουσία του είναι σεβαστή μέσα στη σχολική τάξη. Όπως επισημαίνει η Σκούρτου (2003: 31) «τα μαθήματα του αναλυτικού προγράμματος ή οι συγκεκριμένες τεχνικές διδασκαλίας είναι δευτερεύουσας σημασίας, αν πρώτιστα ο μαθητής δεν αναπτύξει την αίσθηση της επιβεβαίωσης στις σχέσεις του με το δάσκαλό του». Εξάλλου, όταν η αναπτυσσόμενη αυτεπίγνωση των μαθητών επιβεβαιώνεται μέσα από τις σχέσεις με τους δασκάλους, οι μαθητές έχουν περισσότερες πιθανότητες να καταβάλουν προσπάθεια για μάθηση και να συμμετέχουν ενεργά στη διδασκαλία Γεγονός είναι ότι το θετικό κλίμα οδηγεί σε όλο και μεγαλύτερη προσπάθεια των μαθητών.&lt;br /&gt;    * Μετατρέψτε την τάξη σε κοινότητα συμμετοχής και αμοιβαιότητας. Ο Cummins (2003) τονίζει τη σπουδαιότητα του εκπαιδευτικού υλικού για το σκοπό αυτό και επισημαίνει ότι η επιλογή του από τον διδάσκοντα θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτική, προκειμένου να εξασφαλίζεται η σύνδεσή του με το πολιτισμικό υπόβαθρο και την προηγούμενη εμπειρία των μαθητών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο σύγχρονοι δάσκαλοι θα πρέπει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;    * να δημιουργούν συνεργατικό μαθησιακό περιβάλλον&lt;br /&gt;    * να κάνουν διάγνωση των αναγκών και των ενδιαφερόντων των μαθητών&lt;br /&gt;    * να σχεδιάζουν δραστηριότητες οι οποίες βοηθούν στην επίτευξη των στόχων&lt;br /&gt;    * να επιλέγουν τις κατάλληλες μεθόδους, τα υλικά και τις πηγές για την επίτευξη των στόχων&lt;br /&gt;    * να αξιολογούν την ποιότητα της μαθησιακής εμπειρίας παράλληλα με την ανάγκη για περαιτέρω μάθηση.&lt;br /&gt;    * να διευκολύνουν τη διεργασία του αυτοπροσδιορισμού των μαθητών χωρίς να τραυματίζουν την αυτοεκτίμησή τους.&lt;br /&gt;    * Σύμφωνα με τον Rogers (2000) ο εκπαιδευτικός καλείται να παίξει διάφορους ρόλους ως δάσκαλος, ως ακροατής, ως μέλος της ομάδας και ως αρχηγός της ομάδας. Συνεπώς, οι εκπαιδευτικοί χρειάζεται να έχουν καλλιεργήσει τις κοινωνικές τους ικανότητες, ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν επιτυχώς σε αυτόν τον πολυδιάστατο ρόλο τους. Σύμφωνα με τον ίδιο, για να λειτουργήσει ένας εκπαιδευτικός ως μέλος της ομάδας, χρειάζεται να ανανεώνει τις γνώσεις του σε όλη τη διάρκεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας, να λειτουργεί ως πρότυπο για τους μαθητές του, να αφιερώνει χρόνο για ανασκόπηση της ύλης και να ενισχύει τους μαθητές του για συνεχή μάθηση και για αξιολόγηση των όσων έμαθαν.&lt;br /&gt;    * Ο δάσκαλος οφείλει να λειτουργεί ως ένας ολοκληρωμένος συντονιστής της εκπαιδευτικής διεργασίας, ως σύμβουλος και εμψυχωτής, ως ενθαρρυντής στην ερευνητική πορεία προς τη γνώση, ως παρακινητής των μαθητών για δραστηριοποίηση και αναζήτηση νέων εμπειριών . Με δύο λέξεις, ο δάσκαλος οφείλει να μάθει τους μαθητές του πώς να μαθαίνουν.&lt;br /&gt;    * Σύμφωνα με τα όσα επισημαίνει ο Cummins (2003:170), «ως αποτελεσματική διδασκαλία θεωρείται συχνά η συλλογή τεχνικών ή στρατηγικών, οι οποίες ενισχύουν την κατανόηση νέων πληροφοριών από τους μαθητές και την ανάπτυξη των δεξιοτήτων των τελευταίων ». Η γνώση και η αποτελεσματική εφαρμογή μέσα στην τάξη τεχνικών όπως η χρήση γραφημάτων, η συνεργατική μάθηση, η ανάπτυξη μαθησιακών στρατηγικών, η βοηθητική διδασκαλία από συμμαθητές ή αλληλοδιδασκαλία (peer tutoring), τα ημερολόγια διαλόγου2 (dialogue journals), η αυθεντική αξιολόγηση (authentic assessment), είναι ορισμένες από τις πολυάριθμες σημαντικές δραστηριότητες, ωστόσο δεν ισοδυναμούν απαραίτητα με αποτελεσματική διδασκαλία, εάν παραμερίζεται ο παράγοντας της αναγνώρισης των ανθρώπινων σχέσεων. Προκειμένου οι μαθητές να επενδύσουν την ταυτότητά τους στην απόκτηση της νέας γλώσσας και στην συμμετοχή στη νέα πολιτισμική τους κοινότητα, θα πρέπει να βιώσουν θετικές και ενθαρρυντικές σχέσεις αλληλεπίδρασης με μέλη της κοινότητας αυτής. Οι τεχνικές και οι στρατηγικές μπορούν να αποβούν χρήσιμες και αποτελεσματικές, εάν εκπαιδευτικός και μαθητές καλλιεργήσουν μια σχέση αλληλοσεβασμού και αλληλοαποδοχής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Schifini πρότεινε τις ακόλουθες στρατηγικές για την αξιοποίηση του γνωστικού υπόβαθρου του παιδιού :&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;    * Χρήση εποπτικών μέσων για υποκίνηση της συζήτησης&lt;br /&gt;    * Μετάδοση γνώσεων μέσω παρουσίασης παλιών αντικειμένων, αφισών, πολυμέσων, αντικειμένων καθημερινής χρήσης, κ.α..&lt;br /&gt;    * Ανταλλαγή εμπειριών μεταξύ των μαθητών με διαφορετική προέλευση&lt;br /&gt;    * Γραπτή διατύπωση προηγούμενων γνώσεων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν είναι δύσκολο να δεχθούμε ότι η άσκηση ενός συγκεκριμένου τύπου διδασκαλίας έναντι κάποιου άλλου επηρεάζει ή και καθορίζει την τελική επιλογή των στρατηγικών εκμάθησης. Οι δάσκαλοι παίζουν ένα σημαντικότατο ρόλο στην εκπαιδευτική διαδικασία, καθώς οι δικές τους επιλογές συχνά μετατρέπονται σε επιλογές των ίδιων των μαθητών. Εάν, για παράδειγμα, ένας εκπαιδευτικός κατευθύνει τους μαθητές του προς την αυτοαξιολόγηση, είναι πολύ πιθανόν ότι και αυτοί με τη σειρά τους θα αναπτύξουν ιδιαίτερα τις μεταγνωστικές στρατηγικές. Εάν ο δάσκαλος τους ζητάει να απομνημονεύουν, τότε η στρατηγική της απομνημόνευσης θα γίνει επίσης προσφιλής στους μαθητές. Τοιουτοτρόπως, εάν ενθαρρύνεται η ομαδική εργασία ή η εργασία ανά ζεύγη, αυτόματα ενισχύονται οι κοινωνικοσυναισθηματικές στρατηγικές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διδασκαλία και επικοινωνία&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η επικοινωνία αποτελεί μια κοινωνική λειτουργία που ενυπάρχει μέσα στην κοινωνία και προκύπτει από αυτή. Σύμφωνα με τον Bateson η επικοινωνία είναι μια διεργασία που έχει σκοπό και διεξάγεται σε κάποιο πλαίσιο (Watzlawide,1984) και μέσω της οποίας επιδιώκεται η μεταβίβαση πληροφοριών, συναισθημάτων, σκέψεων από έναν πομπό σε ένα δέκτη (Shannon &amp;Weaver, 1949).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα επικοινωνιακό σχήμα χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ενός πομπού ο οποίος αποτελεί την πηγή της πληροφορίας ή του μηνύματος, ενός δέκτη, λήπτη του μηνύματος και ένα μήνυμα. Η μεταβίβαση του μηνύματος κάθε φορά μπορεί να γίνεται μέσω διαφορετικού καναλιού ( φωνητικός έντυπος λόγος , παγκόσμιος ιστός με διαφορετικούς κώδικές λεκτικούς ή εξωλεκτικούς και σε διαφορετικές συνθήκες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η επικοινωνία μπορεί να λαμβάνει έμμεση μορφή, με την οποία δεν υπάρχει δυνατότητα ανάδρασης του αποδέκτη του μηνύματος ή άμεση διαπροσωπική μορφή, η οποία βασίζεται στην ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ πομπού και δέκτη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;H διαπροσωπική επικοινωνία αποτελεί ένα βασικό παράγοντα για την προσωπική ανάπτυξη και την ψυχική υγεία του ατόμου καθώς διευκολύνει την κοινωνικοποίηση και την ανάπτυξη των σχέσεων&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η θεώρηση της επικοινωνίας ως διαδικασίας οδήγησε στο σχηματισμό διαφορετικών μοντέλων όπως το γραμμικό , το κυβερνητικό και το συστημικό .&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το γραμμικό μοντέλο βασίζεται σε μια γραμμική μετάδοση πληροφοριών, θεωρώντας τον πομπό γνώστη των πληροφοριών και τον δέκτη παθητικό αποδέκτη του μηνύματος. Το μοντέλο αυτό ταυτίζει την επικοινωνία με την πληροφόρηση και ανταποκρίνεται σε μια συγκεκριμένη αντίληψη της παιδαγωγικής η οποία στηρίζεται στην απλή μετάδοση γνώσεων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το κυβερνητικό μοντέλο μετατοπίζει την προσοχή στον δέκτη και επιδιώκει την αλληλεπίδραση, μέσω της οποίας θα επιτευχθεί ο σκοπός της επικοινωνίας. Το μοντέλο αυτό βασίζεται στην συμπεριφοριστική θεωρία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το συστημικό μοντέλο θεωρεί την επικοινωνία ως ένα ανοιχτό σύστημα σχέσεων των ανθρώπων με τα μέσα επικοινωνίας και το περιβάλλον. Τα μέρη του συστήματος βρίσκονται σε μια αλληλεξάρτηση διαδραματίζοντας συγχρόνως τον ρόλο του πομπού και του δέκτη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η αποτελεσματική επικοινωνία είναι μια επίκτητη διαδικασία. Η επικοινωνιακή ικανότητα καλλιεργείται σε νεαρή ηλικία και εξελίσσεται με την ανάπτυξη του ατόμου αρχικά στο σχολικό περιβάλλον και έπειτα στον εργασιακό χώρο. Επομένως η εκπαιδευτική διαδικασία θα πρέπει να ενθαρρύνει την επικοινωνία στο σχολικό περιβάλλον, μέσω των παιδαγωγικών πρακτικών και να στοχεύει στην ανάπτυξη επικοινωνιακών δεξιοτήτων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η θεώρηση της σχολικής τάξης ως σύστημα συντελεί στην δημιουργία του ψυχολογικού κλίματος της. Η συστημική προσέγγιση εισάγει στην εκπαίδευση το αίσθημα της συλλογικότητας. Η συνεργασία μεταξύ των μελών του συστήματος καθίσταται αναγκαία, τα γνωστικά αντικείμενα εμπλουτίζονται, αναπτύσσονται σχέσεις οι οποίες δημιουργούν κανάλια επικοινωνίας. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται η παραγωγικότητα και η αποδοτικότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Σύμφωνα με τον Βronfenbrenner (1979), η σχολική τάξη ως σύστημα ασκεί ουσιαστικά επίδραση στην ανάπτυξη του ατόμου και στον καθορισμό της σχέσης του με τον εαυτό του και τους άλλους. Στα πλαίσια αυτής της θεώρησης τα άτομα επηρεάζονται τόσο από τους γνωστικούς παράγοντες που σχετίζονται με τη μάθηση, όσο και από κοινωνικούς, συναισθηματικούς, διαπροσωπικούς και πολιτισμικούς παράγοντες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πίνακας 1&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η εισαγωγή των νέων τεχνολογιών στην εκπαίδευση και η δημιουργία συνεργατικών εκπαιδευτικών μοντέλων βοηθά στην δημιουργία ενός πλαισίου ενεργητικής και επικοινωνιακής μάθησης, συνδυάζει τη θεωρία με την πράξη και προσφέρει ποικιλία γνωστικών αντικειμένων. Πρόκειται για μοντέλα συνεργατικής μάθησης που παρέχουν την δυνατότητα πρόσβασης σε νέες πηγές πληροφορίες, επιδιώκουν την απόκτηση δεξιοτήτων και τον τεχνολογικό αλφαβητισμό, αναβαθμίζουν και εμπλουτίζουν την εκπαιδευτική διαδικασία. Με τη χρήση λογισμικών ξεφεύγουν από την παραδοσιακή διάλεξη και την παθητική ακρόαση, αποκτούν ενεργό ρόλο στη εκπαιδευτική διαδικασία και δεν δημιουργούν σχέσεις εξάρτησης με τον δάσκαλο(Καλαματιανού, Μούκα, Χατζηγιάννη, 2002)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εάν οι μαθητές σας προέρχονται από ένα δύσκολο οικογενειακό περιβάλλον:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα παιδιά με απορριπτικούς-αδιάφορους γονείς, οι οποίοι διαθέτουν ελάχιστο χρόνο γι’ αυτά, αναπτύσσουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;    * Θεωρούν ότι δεν αξίζουν την προσοχή και τη φροντίδα των άλλων, αλλά ακόμα και όταν την δέχονται την αντιμετωπίζουν καχύποπτα.&lt;br /&gt;    * Ο φόβος της απόρριψης κατατρύχει και οριοθετεί τις πράξεις τους. Όταν εμπλακούν σε κάποια συναισθηματική σχέση, γίνονται υπερβολικά ζηλόφθονες, εξαρτητικοί ή αναπτύσσουν μαζοχιστικά χαρακτηριστικά, φοβούμενοι ότι θα απολέσουν την αγάπη, που με τόση επίπονη υπέρβαση κέρδισαν. Συνήθως αυτή η συμπεριφορά εξωθεί τους υπόλοιπους να τους εγκαταλείπουν, επιβεβαιώνοντας έτσι τους αρχικούς τους φόβους.&lt;br /&gt;    * Σπανίως γίνονται διεκδικητικοί. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση τους αποτρέπει από το να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, να εμπλέκονται σε συγκρούσεις, και να υπερασπίζονται τις απόψεις τους, ακόμα κι όταν έχουν το δίκιο με το μέρος τους. Πολλές φορές πίσω από τη χαμηλή αυτοεικόνα εμφωλεύει ένας λανθάνων ναρκισσισμός, δεδομένου ότι η δειλία τούς προστατεύει από την έκθεση του εαυτού τους στην κρίση των άλλων.&lt;br /&gt;    * Επιζητούν την επιδοκιμασία των άλλων και εξαρτούν τη διάθεσή τους από αυτήν.&lt;br /&gt;    * Παρά το ότι μπορεί να διαθέτουν υψηλό δείκτη νοημοσύνης, δεν μπορούν να επιλύσουν προβλήματα κοινωνικού περιεχομένου. Είναι επιρρεπείς στο μυστικισμό και τη μοιρολατρεία.&lt;br /&gt;    * Πολλές φορές καταφεύγουν σε υπερωρίες στον ακαδημαικό ή εργασιακό τομέα, επιζητούν την υπερεπίδοση, την εξουσία ή το χρήμα, μέσα που πρόσκαιρα τους προσφέρουν ανακούφιση από την ανασφάλειά τους.&lt;br /&gt;    * Ό,τι για τους υπόλοιπους δρα ως θετικός ενισχυτής, σε αυτούς είναι αδιάφορο. Είναι ανίκανοι να απολαύσουν τις μικροχαρές της ζωής, γεγονός που προοιωνίζει κατάθλιψη.&lt;br /&gt;    * Αδυνατούν ή αρνούνται να αξιολογήσουν σωστά τις δυνατότητές τους και αισθάνονται αμηχανία, όταν οι άλλοι τους επαινούν.&lt;br /&gt;    * Η ταυτότητα του εαυτού τους είναι απροσδιόριστη, χωρίς συνέπεια και στοχοθεσία. Υιοθετούν συμπεριφορές, για να γίνουν αρεστοί στους άλλους.&lt;br /&gt;    * Έχουν χαμηλή συναισθηματική νοημοσύνη και επικοινωνιακά προβλήματα.&lt;br /&gt;    * Γίνονται επιθετικοί, όταν απειληθούν, ειδικά εάν διαθέτουν υψηλή φαινομενική αυτοεκτίμηση.&lt;br /&gt;    * Κάθε ματαίωση στη ζωή τους είναι πηγή ανεξέλεγκτου άγχους, μαλαγχολίας και αποσυντονισμού.&lt;br /&gt;    * Είναι εξαρτημένοι από την οικογένειά τους και διατηρούν τη σχέση αυτή και μετά την ενηλικίωση.&lt;br /&gt;    * Εκδηλώνουν συχνά νευρωσικές συμπεριφορές, όπως ροπή προς τον αλκοολισμό, τη χαρτοπαιξία, τα ναρκωτικά, τον υπερκαταναλωτισμό, τις σεξουαλικές ακρότητες και τον ηδονισμό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Υπάρχουν τρεις βασικές συνθήκες, για τις οποίες ευθύνονται οι εκπαιδευτικοί και καθορίζουν την εξέλιξη του παιδιού:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;    * Αγάπη και στοργή χωρίς όρους.&lt;br /&gt;    * Σωστά καθορισμένα όρια, που σταθερά εφαρμόζονται.&lt;br /&gt;    * Σεβασμός που δίνεται στα παιδιά φανερά, άμεσα και καθημερινά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι μαθητές που έχουν εμπεδώσει το αίσθημα αποδοχής εμπλέκονται εύκολα με τους άλλους μαθητές, απολαμβάνουν νέες εμπειρίες, είναι περίεργα και κάνουν ερωτήσεις, προσφέρουν αυθόρμητα και ανταποκρίνονται στις προκλήσεις. Τα παιδιά με αδιάφορους γονείς δυσκολεύονται να τους αποχωριστούν, είναι απόμακρα, εμπλέκονται σε δραστηριότητες όταν νιώθουν ασφαλή, παρακολουθούν τους άλλους για ν’ αποφασίσουν τι θα κάνουν πριν δοκιμάσουν κάτι καινούργιο. Σπάνια κάνουν ερωτήσεις ή απαντούν παρορμητικά, έχουν δυσκολία στο να μοιράζονται και τείνουν να σχετίζονται στενά μ’ έναν περιορισμένο αριθμό παιδιών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μερικά παιδιά μπορεί να είναι από τη φύση τους ντροπαλά κι εσωστρεφή, έχουν όμως υψηλή αυτοεκτίμηση, ακόμη κι αν δεν κάνουν πολλές ερωτήσεις ή δεν προσφέρουν αυθόρμητες απαντήσεις. Όμως το παιδί με που δεν εσωτερίκευσε τη γονεϊκή φροντίδα εμφανίζει υψηλό βαθμό άγχους, φοβάται να ρισκάρει και δεν σχετίζεται θετικά με τα άλλα παιδιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πολλά παιδιά περνούν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους με ένα γονέα ή προέρχονται από οικογένειες όπου και οι δύο γονείς εργάζονται πολλές ώρες. Συχνά αυτοί οι γονείς έχουν πολλές ασχολίες και αγωνίζονται ν’ αντιμετωπίσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις. Είναι πολύ δύσκολο γι’ αυτά τα παιδιά ν’ αναπτύξουν ένα δυνατό αίσθημα ταυτότητας και να κατανοήσουν τις δυνάμεις και τις αδυναμίες τους. Είναι πολύ δύσκολο γι’ αυτά να πεισθούν ότι είναι σημαντικά άτομα που αξίζουν το σεβασμό και την ευτυχία. Οι μελέτες αποδεικνύουν ότι παιδιά που δε λαμβάνουν προσοχή ή ανατροφοδό¬τηση, τείνουν να έχουν φτωχότερη αντίληψη για τον εαυτό τους, από εκείνα που δέχονται θετική είτε αρνητική ανατροφοδότηση σε τακτική βάση. Είναι δηλαδή σαν τα παιδιά να εξισώσουν το συναίσθημα τού πόσο σημαντικά είναι με το σύνολο της προσοχής που λαμβάνουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι εκπαιδευτικοί μπορούν εύκολα να αντιληφθούν εκείνα τα παιδιά που χρειάζονται επιβεβαίωση και που μερικές φορές κάνουν τα πάντα προκειμένου να τραβήξουν την προσοχή τους. Αν αυτά τα παιδιά καταλάβουν ότι δεν μπορούν να κερδίσουν την προσοχή μέσα από κάποιο επίτευγμα ή θετικό μέσο, τότε θα καταφύγουν στην ανάρμοστη συμπεριφορά, για να μην αγνοηθούν. Είναι όμως εξαιρετικά σημαντικό, οι γονείς να μεταφέρουν ένα αίσθημα φροντίδας σε κάθε παιδί, ειδικότερα σ’ εκείνα που δεν κάνουν εύκολα σχέσεις και τα οποία χρειάζονται αυτό το αίσθημα περισσότερο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καθώς τα παιδιά πλησιάζουν την εφηβεία, οι παράγοντες που έχουν τη μεγαλύτερη επιρροή στην αυτοεκτίμησή τους αρχίζουν να αλλάζουν. Από το να ευχαριστεί κανείς τους ενήλικες, τείνει να κερδίσει την αποδοχή των συνομηλίκων του. Για τα αγόρια, ηλικίας 11-14, η σωματική δύναμη και η δημοτικότητα στα κορίτσια, φαίνεται να είναι παράγοντες πρωταρχικής σημασίας. Για τα κορίτσια, η δημοτικότητα στα αγόρια είναι ιδιαίτερα σημαντική. Τα παιδιά σ’ αυτή την ηλικία αφιερώνουν ένα σημαντικό ποσό χρόνου στο να περιποιούνται την εξωτερική τους εμφάνιση, στο να ενημερώνονται για το ποιος είναι φίλος με ποιόν και στο να συμβαδίζουν με τον εφηβικό τους κόσμο. Το κοινωνικό στάτους σε σχέση με τους συνομήλικες γίνεται σημαντικό για τον έφηβο. Είναι όμως δυνατόν, παιδιά που είχαν υψηλή αυτοεκτίμηση γιατί μπορούσαν να ικανοποιήσουν τους ενήλικες, τώρα να υποφέρουν από χαμηλή αυτοεκτίμηση ή να απομονωθούν κοινωνικά. Τα παιδιά που δεν μπορούν να κερδίσουν την αποδοχή μέσα από τυπικά μέσα, μπορεί να κινδυνεύουν να αναπτύξουν χαμηλή αυτοεκτίμηση. Σ’ αυτή την περίπτωση αγωνίζονται για να βρουν τρόπους με τους οποίους να αισθανθούν ση¬μαντικοί, έστω και με αποκλίνοντες τρόπους. Τέτοια παιδιά συνήθως καταναλώνουν αλκοόλ ή καταφεύγουν στα ναρκωτικά, καυχιούνται για τα σεξουαλικά τους επιτεύγματα ή ρισκάρουν επικίνδυνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι πρωταρχικοί παράγοντες στους οποίους βασίζεται η αυτοεκτίμηση συνεχώς αλλάζουν. Καθώς τα παιδιά πηγαίνουν στο Λύκειο, το άγχος των εξετάσεων αυξάνει και η σημασία της κοινωνικής δημοτικότητας μειώνεται. Δίνεται περισσότερη σημασία στην εκτίμηση του ατόμου για τις ικανότητές του. Η “καριέρα” απασχολεί ιδιαίτερα τον έφηβο σ’ αυτή την ηλικία. Με την έναρξη της ενηλικίωσης μεγαλύτερη σημασία δίνεται στην επιτυχία, στην επίτευξη και στο εισόδημα, ενώ λιγότερη σημασία αποδίδεται στους παράγοντες που ήταν τόσο σημαντικοί στην εφηβεία-αθλητικές επιτεύξεις, δημοτικότητα, κοινωνική θέση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πώς μπορούν οι εκπαιδευτικοί να βοηθήσουν τους μαθητές τους;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;    * Πρώτον, μπορούν να παρέχουν ευκαιρίες ώστε τα παιδιά να κερδίζουν την προσοχή και να αισθάνονται σημαντικοί με αποδεκτούς τρόπους.&lt;br /&gt;    * Δεύτερον, μπορούν να φροντίσουν ώστε κανένα παιδί να μην αισθάνεται απομονωμένο ή κοινωνικά απορριπτέο. Σε μερικές περιπτώσεις ίσως να είναι απαραίτητο να διδαχτούν βασικές κοινωνικές δεξιότητες τα παιδιά που δεν έχουν ποτέ διδαχτεί, όπως το πώς να συναναστρέφονται τους άλλους, ώστε να κερδίζουν την αποδοχή.&lt;br /&gt;    * Τρίτον, είναι σημαντικό να τονίζουν στα παιδιά τη σημασία της εσωτερικής αίσθησης της αυτοεκτίμησης από το να βασίζονται σε εξωτερικές πηγές όπως: το να ευχαριστούν τους άλλους, την εμφάνιση, τη δημοτικότητα, την κοινωνική θέση. Οι εσωτερικές πηγές βασίζονται στη δυνατή αίσθηση της ταυτότητας ή της αντίληψης “του ποιος είναι κάποιος”, την ξεκάθαρη γνώση του ατόμου που “κάποιος θέλει να είναι” και τα πράγματα που “αυτός θέλει να πετύχει”.&lt;br /&gt;    * Τέταρτον, μπορούν να ενθαρρύνουν τα παιδιά να έχουν διορατικότητα και σχετική πρόβλεψη του μέλλοντος, βοηθώντας τα να θέτουν στόχους για τον εαυτό τους και να χρησιμοποιούν κατάλληλα μέσα για να πετύχουν σ’ αυτούς τους στόχους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα παιδιά που οικοδομούν καλές σχέσεις με τους γονείς τους, συμπεριφέρονται διαφορετικά από εκείνα που έχουν βιώσει τη συναισθηματική απομάκρυνση των γονέων. Τα πρώτα βλέπουν τον εαυτό τους ρεαλιστικά και αποδέχονται ότι “είναι εντάξει”. Μπορούν να αναγνωρίσουν τις δυνατότητές τους και γνωρίζουν τους περιορισμούς τους. Η αξιολόγηση, που τα ίδια κάνουν για τις ικανότητές τους, βασίζεται σε μια ακριβή ανατροφοδότηση παρά σε διαστρέβλωση αυτού που θα ήθελαν να πιστεύουν για τον εαυτό τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γενικά, έχουν ένα ευρύ κύκλο φίλων, είναι εύκολο γι’ αυτά να σχετίζονται με άλλους και να τα πάνε καλά με τους περισσότερους μαθητές της τάξης. Τα παιδιά με υψηλή οικογενειακή αυτοεκτίμηση συχνά αποτελούν τους φυσικούς – θετικούς αρχηγούς της τάξης. Προσφέρονται εθελοντικά, είναι πρόθυμοι να βοηθήσουν τους άλλους, αλλά και να ρισκάρουν. Σε συνεργατικές συνθήκες μάθησης, τα καταφέρνουν καλά σχεδόν σε οποιαδήποτε ομάδα. Ανταποκρίνονται στις προκλήσεις και είναι πρόθυμα να δοκιμάσουν καινούργια πράγματα. Δεν απειλούνται από αλλαγές ή από νέες καταστάσεις, ανταποκρίνονται θετικά στον έπαινο και την αναγνώριση και αισθάνονται καλά για τα επιτεύγματά τους, αφού νιώθουν υπεύθυνα για τα αποτελέσματα. Όταν βρίσκονται αντιμέτωπα με τα λάθη τους ή με λανθασμένη συμπεριφορά, αναγνωρίζουν με ρεαλιστικό τρόπο τι έχει συμβεί και ποιο είναι το λάθος τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θέτουν στόχους για τον εαυτό τους, γνωρίζουν τι θέλουν να κάνουν στη ζωή τους και τι θα ήθελαν να πετύχουν. Συχνά έχουν ήρωες και πρότυπα για να καθοδηγούν τη ζωή τους. Όταν αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα, συχνά βρίσκουν εναλλακτικούς τρόπους για την επίλυσή του. Επίσης έχουν ισχυρές απόψεις που δεν φοβούνται να τις εκφράσουν..&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα παιδιά που έχουν βιώσει την συναισθηματική απομάκρυνση των γονιών τους μπορούν εύκολα να αναγνωριστούν. Εμπλέκονται σε αμυντικές συμπεριφορές προκειμένου να αποτρέψουν τους άλλους να καταλάβουν πόσο ανεπαρκείς και ανασφαλείς αισθάνονται. Αυτοί οι αμυντικοί μηχανισμοί μπορεί να είναι ένας από τους ακόλουθους:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;    * Επανάσταση, αντίδραση, άμυνα ή εκδίκηση.&lt;br /&gt;    * Δεν πιστεύουν, πειράζουν ή υποτιμούν τους άλλους.&lt;br /&gt;    * Λένε ψέματα, εξαπατούν ή αντιγράφουν.&lt;br /&gt;    * Κατηγορούν τους άλλους, όταν τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά.&lt;br /&gt;    * Δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη για τις πράξεις τους.&lt;br /&gt;    * Εκφοβίζουν ή απειλούν τους άλλους.&lt;br /&gt;    * Αποσύρονται, είναι ντροπαλοί ή συνεχώς ονειροπολούν.&lt;br /&gt;    * Εμπλέκονται σε καταστάσεις φυγής, όπως βραδύτητα, σκα¬σιαρ¬χείο, ναρ¬κωτικά ή εξάρτηση από το αλκοόλ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τείνουν να χρονοτριβούν, απαιτούν επιπλέον προσοχή, επινοούν δικαιολογίες και κατηγορούν τους άλλους όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά. Μπορεί να αντιδράσουν κατηγορηματικά με κομπασμό και καυχησιολογίες ή μπορεί να ενεργούν σαν “κλόουν”. Συνήθως καταφεύγουν σε οτιδήποτε θεωρούν απαραίτητο, για να αντισταθμίσουν τα συναισθήματα ανεπάρκειας που νιώθουν. Αυτά τα παιδιά δεν μπορούν να επωφεληθούν από τις συμβουλές. Αυτό οφείλεται στο ότι είναι περισσότερο απασχολημένα, με το τι οι άλλοι νομίζουν γι’ αυτούς, παρά μ’ αυτό που τους εξηγείται. Φοβούνται επίσης την αποτυχία και πολλές φορές θεωρούν ότι είναι καλύτερα να μην προσπαθήσουν, παρά να ρισκάρουν την περίπτωση της αποτυχίας. Έτσι, σαν αποτέλεσμα, σπάνια προσπαθούν όσο χρειάζεται προκειμένου να πετύχουν. Ακόμα κι όταν τους γίνονται προτάσεις ή τους υποδεικνύονται τα λάθη τους, αυτοί παίρνουν μια αμυντική θέση, που τους εμποδίζει να επωφεληθούν από τις συμβουλές. Είναι παγιδευμένοι στην αυτοεικόνα τους, που διακατέχεται από αποτυχία και γνωρίζουν ότι είναι ανίκανοι να εκπληρώσουν τις φιλοδοξίες που οι άλλοι θέτουν γι’ αυτούς ή που οι ίδιοι έχουν. Έτσι αισθάνονται ανάξιοι, ανεπαρκείς και μη αγαπητοί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην πραγματικότητα επιθυμούν όσο τίποτα άλλο την αγάπη, την αποδοχή, τη θετική αναγνώριση και το σεβασμό από τους άλλους. Γι’ αυτό χρειάζεται να γίνουν επίμονες προσπάθειες, να τους παρέχεται περισσότερη υποστήριξη, πολλαπλές ευκαιρίες για επιτυχία, θετική ανατροφοδότηση και ειδικότερα η αίσθηση ότι κάποιος ενδιαφέρεται πραγματικά γι’ αυτούς.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6126784924047014371-8952402350102680159?l=alexandrospapanis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/feeds/8952402350102680159/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/blog-post_10.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/8952402350102680159'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/8952402350102680159'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/blog-post_10.html' title='Αποτελεσματικοί τρόποι διδασκαλίας σε πολυπολιτισμικά περιβάλλοντα'/><author><name>Δρ. Αλέξανδρος Παπάνης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14387444323366524626</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='30' src='http://4.bp.blogspot.com/_aMH3uwQ9geM/SsEoryw5D_I/AAAAAAAAABg/OLQ43IaXIZc/S220/IMG_0119.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6126784924047014371.post-8724029425051835951</id><published>2009-09-09T11:49:00.000-07:00</published><updated>2009-09-09T11:50:32.987-07:00</updated><title type='text'>Η σημασία της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης στην Ευρώπη  Αλέξανδρος Παπάνης και Ευστράτιος Παπάνης</title><content type='html'>Η διαπολιτισμική εκπαίδευση παραπέμπει στην πολιτισμική ετερό-τητα, είτε πρόκειται για ετερότητα διακρατική είτε για πολιτισμική πολλα-πλότητα εντός των τειχών, εντός δηλαδή του υποτιθέμενα πολιτισμικά ο-μοιογενούς έθνους-κράτους.&lt;br /&gt;Ο Essinger (1990) ορίζει τη διαπολιτισμική εκπαίδευση ως μία προσπάθεια ενάντια στη νομιμοποίηση των όποιων αφομοιωτικών τάσεων του κράτους απέναντι στη μειονότητα, τη διατήρηση και την προαγωγή των κοινωνικών και πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων της και το μέσο για ισό-τιμη συμμετοχή στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας στην οποία ανήκει.&lt;br /&gt;Στο ίδιο πνεύμα, ο Παππάς (1999) αναφέρει ότι η διαπολιτισμική εκπαίδευση στοχεύει στην καθιέρωση μιας κοινωνίας με αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση, με πνεύμα αμοιβαιότητας και ισότητας στα κοινωνικά μέλη και με αλληλαποδοχή των εκατέρωθεν αξιών, σύμφωνα με το Χάρτη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.&lt;br /&gt;Ορίζοντας, λοιπόν, την έννοια της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης δεν αναφερόμαστε μόνο στη συνάντηση των πολιτισμών, αλλά και στη συνά-ντηση της προσωπικής κουλτούρας του καθενός με εκείνη του διπλανού του, οι οποίες είναι εξ ορισμού ανομοιογενείς, ακόμα και στο πλαίσιο μιας ομοιογενούς εθνικής ομάδας. Διαπολιτισμική εκπαίδευση, λοιπόν, σημαίνει εναντίωση μέσα από την καθημερινή παιδαγωγική πρακτική σε κάθε είδους διάκριση, είτε αυτή είναι κοινωνική, πολιτισμική, φύλου, γλωσσική ή θρη-σκευτική. Σε κάθε είδους στερεοτυπική ιεράρχηση του διαφορετικού.&lt;br /&gt;Ο όρος «διαπολιτισμική εκπαίδευση» πρωτοεμφανίστηκε στις αρ-χές της δεκαετίας του 60 στην επίσημη εκπαιδευτική πολιτική της Αμερι-κής και του Καναδά. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις επρόκειτο για μια προσπάθεια απάντησης στα υψηλά ποσοστά σχολικής αποτυχίας που πα-ρουσίαζαν τα παιδιά των μειονοτήτων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Δραγώνα (2003), το πρόβλημα των παιδιών των μειονοτήτων είχε να κάνει πολύ λιγότερο με το γλωσσικό κώδικα και πολύ περισσότερο με την άγνοια των πολιτισμικών αναφορών που κάνουν τους εκπαιδευτικούς να αντιμε-τωπίζουν αυτά τα παιδιά ως διαφορετικά, δυσπροσάρμοστα, ασύμβατα προς τις απαιτήσεις του εκπαιδευτικού συστήματος, πράγμα που εξάλλου συμβαίνει και με τα παιδιά των ασθενέστερων κοινωνικών τάξεων. Αντί-στοιχα, φάνηκε πόσο απροετοίμαστοι ήταν οι εκπαιδευτικοί να αντιμετω-πίσουν τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες των παιδιών των μειονοτήτων.&lt;br /&gt;Στην Ευρώπη, τα πρώτα θεσμικά μέτρα πάρθηκαν για να αντιμετω-πισθεί η εκπαίδευση των παιδιών του μεταναστευτικού εργατικού δυναμι-κού. Το 1977, που αποτελεί μια χρονολογία κλειδί, δημοσιεύθηκε μια κοι-νοτική οδηγία η οποία συνόψιζε τα μέτρα που ήδη είχαν αρχίσει να λαμβά-νουν οι χώρες με μειονότητες στην επικράτειά τους, κάθεμια με το δικό της τρόπο: εξασφάλιση διδασκαλίας της επίσημης γλώσσας σε ειδικές τάξεις, ενίσχυση της διδασκαλίας της γλώσσας και της κουλτούρας των μειονοτή-των και δημιουργία προγραμμάτων αρχικής και συνεχιζόμενης εκπαίδευ-σης των εκπαιδευτικών που ασχολούνταν με την εκπαίδευση παιδιών μειο-νοτικών ομάδων. Το σημαντικό στοιχείο αυτής της οδηγίας ήταν ότι τα μέ-τρα αυτά πήραν έναν υποχρεωτικό για τα κράτη-μέλη χαρακτήρα και τα κράτη-μέλη κλήθηκαν να συμμορφωθούν με αυτή την οδηγία μέσα σε τέσ-σερα χρόνια. Ενώ, δηλαδή, στην αρχή υπήρχε η τάση να αφομοιωθούν τα παιδιά των μειονοτήτων από την κυρίαρχη κουλτούρα, αργότερα προσπά-θησαν να τα εντάξουν στο εκπαιδευτικό σύστημα, εισάγοντας τη γλωσσική και πολιτισμική πολλαπλότητα στο αναλυτικό πρόγραμμα.&lt;br /&gt;Η δεύτερη φάση, όπου γίνεται μια προσπάθεια ένταξης στο εκπαι-δευτικό σύστημα μέσα από αυτή τη γλωσσική και πολιτισμική πολλαπλό-τητα, βασίζεται στη θέση ότι η γνώση της πολιτισμικής προέλευσης των παιδιών θα προωθήσει την επίδοση και την ισότητα ευκαιριών και θα μει-ώσει τις προκαταλήψεις και τις διακρίσεις. Το μοντέλο υπήρξε κατά βάση μαθητοκεντρικό. Πληθυσμός-στόχος ήταν οι αδύνατοι μαθητές που απο-τυγχάνουν και που έχουν να κερδίσουν από ένα νέο διδακτικό υλικό και από ένα αναλυτικό, πολιτισμικά ευαίσθητο, πρόγραμμα.&lt;br /&gt;Η κριτική απέναντι στο μοντέλο αυτό - που ήταν μια πρόοδος από το μονοπολιτισμικό - είναι ότι δεν αναγνωρίζει τις διακρίσεις και το ρατσι-σμό, ως χαρακτηριστικό της κοινωνίας, αλλά αντίθετα εντοπίζει τα προ-βλήματα που αντιμετωπίζουν οι μειονοτικοί μαθητές μέσα στην ίδια τους την ομάδα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η2. Η διαπολιτισμική εκπαίδευση στην ελληνική πολυπολιτισμική κοινωνία&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, ο επίσημος λόγος υποστήριξε με πείσμα και για πολλά χρόνια την πολιτισμική και γλωσσική ομοιογένεια της χώ-ρας. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60 η αφομοιωτική πολιτική (assimi-lation policy) ήταν αυτή που ακολουθήθηκε για την τακτοποίηση των ό-ποιων μειονοτικών ομάδων. Επικρατούσε δηλαδή η αντίληψη ότι τα προ-βλήματα που αντιμετώπιζαν οι διάφορες εθνικές ομάδες ήταν προσωρινά και σχετίζονταν με την έλλειψη των αναγκαίων γνώσεων στην επίσημη γλώσσα και πολιτισμό. Όταν τα παιδιά αυτά κατανέμονταν σε περισσότερα σχολεία και δεν συγκεντρώνονταν σε ορισμένες μόνο περιοχές, τα προβλή-ματα θα ξεπερνιούνταν χωρίς να χρειάζεται κανένα ιδιαίτερο μέτρο εκπαι-δευτικής πολιτικής. Οι υποστηρικτές του αφομοιωτικού μοντέλου έβλεπαν το σύγχρονο εθνικό κράτος περισσότερο στο πλαίσιο της καθολικότητας και λιγότερο αποτελούμενο από εθνικές ομάδες με ιδιαίτερα χαρακτηριστι-κά και παραδόσεις. Οι διάφορες αυτές ομάδες έπρεπε να απορροφηθούν από το ντόπιο ομοιογενή πληθυσμό για να μπορούν να συμμετέχουν ισότι-μα στη διαμόρφωση και διατήρηση της κοινωνίας.&lt;br /&gt;Την πολιτική της αφομοίωσης ακολούθησε αυτή της ενσωμάτωσης (integration policy), όταν όλο και περισσότεροι εκπαιδευτικοί διαπίστωναν ότι απαιτούνται πιο λεπτομερή προγράμματα σχολικής και κοινωνικής ενί-σχυσης των μειονοτικών ομάδων για την αποτελεσματική ενσωμάτωσή τους στο σχολείο και την ευρύτερη κοινωνία. Η ενσωμάτωση συνδέεται πάντοτε με πολιτισμικές διαφορές και την αναγνώριση της πολιτισμικής ετερότητας, η οποία ωστόσο γίνεται ανεκτή στο βαθμό που δεν προκαλεί τις πολιτισμικές παραδοχές της κυρίαρχης κοινωνίας. Η ανεκτικότητα στην πολιτισμική ετερότητα υπαγορεύθηκε από την αντίληψη ότι ο στόχος διευ-κολύνεται σημαντικά αν επιτραπεί στις μειονοτικές ομάδες να διατηρήσουν πλευρές των πολιτισμικών τους παραδόσεων, να μάθουν τη γλώσσα τους, πράγμα που θα επέτρεπε τις διαφοροποιήσεις σε τρόπους ζωής, πολιτισμι-κές παραδοχές, θρησκευτικές πεποιθήσεις κ.λπ,. και συνεπώς θα διευκόλυ-νε τη διαδικασία ενσωμάτωσης και θα απέτρεπε τυχόν λάθη από άγνοια&lt;br /&gt;Ο όρος «διαπολιτισμική εκπαίδευση» εμφανίζεται στην Ελλάδα αρχικά στο λόγο των κοινωνικών επιστημόνων στα μέσα της δεκαετίας του '80, την εποχή που εμφανίζονται στην εκπαίδευση παιδιά μεταναστών από την Ανατολική Ευρώπη, αλλά και την Αφρική, την Ασία, την πρώην Σοβιε-τική Ένωση και λίγο αργότερα την Αλβανία. Τα παιδιά αυτά εντάσσονται στις υπάρχουσες τάξεις υποδοχής ή τα φροντιστηριακά τμήματα. Η ελληνι-κή εκπαιδευτική πολιτική ακολουθεί μια προσπάθεια αφομοίωσης μέσα από την ομογενοποίηση, με κύριο μοχλό την επίσημη εθνική γλώσσα. Ω-στόσο, τα τελευταία χρόνια το τοπίο αρχίζει να αλλάζει. Για πρώτη φορά ψηφίστηκε στη Βουλή νόμος για τη διαπολιτισμική εκπαίδευση, εξασφαλί-ζοντας έτσι το αναγκαίο θεσμικό πλαίσιο, ιδρύθηκε το Ινστιτούτο Παιδείας Ομογενών και Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης (ΙΠΟΔΕ), χωρίς ωστόσο να έχει ακόμα λειτουργήσει, και πρόσφατα υλοποιούνται τέσσερα μεγάλα προγράμματα: ένα για την εκπαίδευση των τσιγγανοπαίδων, ένα για την εκπαίδευση των παιδιών των μεταναστών και των παλιννοστούντων, ένα για την εκπαίδευση των ομογενών και ένα για την εκπαίδευση των μου-σουλμανοπαίδων.&lt;br /&gt;Παρά τις θεσμικές αλλαγές, στην πράξη η κατάσταση είναι ακόμα σε εμβρυακό στάδιο. Τα διάφορα διάσπαρτα προγράμματα διαπολιτισμικής εκπαίδευσης δεν προχωρούν προς μια δυναμική επικοινωνία ανάμεσα στους μαθητές διαφορετικής κουλτούρας. Η σημαντικότερη επίπτωση της παρουσίας στο σχολείο της κάθε χώρας άλλων, διαφορετικών μαθητών, είναι ότι τίθεται σε αμφισβήτηση η φαντασίωση της ομοιογένειας των σχο-λικών τάξεων και μπαίνει σε δοκιμασία η εθνοκεντρική αντίληψη με βάση την οποία έχουν οικοδομηθεί μέχρι τώρα όλα τα αναλυτικά προγράμματα και οι εκπαιδευτικές πρακτικές. Τόσο το αναλυτικό πρόγραμμα, όσο και η παιδαγωγική που εφαρμόζεται στα ελληνικά σχολεία, έχουν σχεδιαστεί και επιτελούνται με την παραδοχή ότι η τάξη είναι μια ομάδα ομοιογενής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η3. Παιδαγωγικές-ψυχολογικές και κοινωνικές προσεγγίσεις της δια-πολιτισμικής εκπαίδευσης&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπως ήδη αναφέρθηκε, η διαπολιτισμική εκπαίδευση αποτελεί μια ειδική παιδαγωγική, που στόχο έχει την αποτελεσματικότερη διαχείριση των «πολιτισμικών διαφορών» και την προετοιμασία των μαθητών για ε-νεργή συμμετοχή στην κοινωνία της γνώσης, μέσα σε ένα πλουραλιστικό κοινωνικοπολιτισμικό περιβάλλον. Είναι μια δυναμική διαδικασία αλληλε-πίδρασης και αμοιβαίας αναγνώρισης και συνεργασίας ανάμεσα σε άτομα διαφορετικών εθνικών ομάδων.&lt;br /&gt;Οι κύριες παιδαγωγικές αρχές που χαρακτηρίζουν τη διαπολιτισμι-κή εκπαίδευση είναι: 1) η εκπαίδευση για ενσυναίσθηση (empathy), δηλα-δή να μάθουμε να κατανοούμε τους άλλους, να τοποθετούμε τον εαυτό μας στη θέση τους και να καλλιεργούμε τη συμπάθεια μας για αυτούς, 2) η εκ-παίδευση για αλληλεγγύη, δηλαδή η ανάπτυξη μιας συλλογικής συνείδησης που υπερβαίνει τα όρια των φυλών και κρατών, 3) η εκπαίδευση για διαπο-λιτισμικό σεβασμό, που σέβεται την πολιτισμική ετερότητα και ανοίγεται σε άλλους πολιτισμούς, 4) η εκπαίδευση ενάντια στον εθνικιστικό τρόπο σκέψης, δηλαδή εξάλειψη των εθνικών στερεοτύπων και προκαταλήψεων και έκκληση για διάλογο και αλληλεγγύη. (Essinger, 1990). Ο Δαμανάκης (2003) συνόψισε τις ανωτέρω αρχές σε τρία βασικά αξιώματα της διαπολι-τισμικής θεωρίας, δηλαδή στο αξίωμα της ισοτιμίας των λαών, στο αξίωμα της ισοτιμίας του μορφωτικού κεφαλαίου ατόμων διαφορετικής προέλευ-σης και, τέλος, στο αξίωμα της παροχής ίσων ευκαιριών.&lt;br /&gt;Σε κάθε περίπτωση, κύρια μέριμνα της διαπολιτισμικής εκπαίδευ-σης είναι η ενασχόληση με τις θεσμικές αλλαγές που πρέπει να γίνουν τόσο σε επίπεδο του αναλυτικού προγράμματος, όσο και στο επίπεδο οργάνωσης της σχολικής κουλτούρας, έτσι ώστε να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες προ-ϋποθέσεις και ανάγκες των μειονοτικών μαθητών με σκοπό να επιτευχθεί η ισότιμη σχολική και κοινωνική ένταξη τους. Όπως χαρακτηριστικά αναφέ-ρει ο Γκόβαρης (2005), η παιδαγωγική πράξη οφείλει να λαμβάνει τις πολι-τισμικές ιδιαιτερότητες υπόψη της στο βαθμό που αυτές υποστηρίζουν τη διαδικασία σχολικής ένταξης και να αμφισβητεί λογικές λειτουργίας και κανονιστικές προσδοκίες του σχολείου, οι οποίες στιγματίζουν τους μειο-νοτικούς μαθητές.&lt;br /&gt;Από ψυχολογικής άποψης, έρευνες έχουν δείξει ότι μέσα από τη δι-δασκαλία της γλωσσικής και πολιτισμικής κληρονομιάς των μειονοτικών ομάδων προωθείται η ενίσχυση της αυτοαντίληψης και της σχολικής τους επίδοσης και, κατ’ επέκταση, η ισότητα ευκαιριών στην εκπαίδευση και την κοινωνία. Η διγλωσσία ή η πολυγλωσσία (φαινόμενα που θα μας απα-σχολήσουν εκτενώς στο δεύτερο κεφάλαιο) παρέχουν μεγαλύτερη διανοη-τική ευελιξία, αφαιρετική ικανότητα και υπεροχή στη διαμόρφωση της α-ντίληψης σε σύγκριση με τους μονόγλωσσους. Η θετική αλληλεπίδραση μεταξύ των γλωσσών του ατόμου διευκολύνει την ανάπτυξη της ευφυΐας του και τα συμβολικά συστήματα των μαθητών διευρύνονται και ενσωμα-τώνουν νέες έννοιες και όρους που δεν περιλαμβάνονται στη μητρική, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται θετικά η σκέψη τους.&lt;br /&gt;Ο αντίλογος σ’ αυτό είναι ότι ο υπερτονισμός δίγλωσσων και πο-λυπολιτισμικών προγραμμάτων διασπά συνήθως την ενεργητικότητα των μειονοτικών μαθητών με αποτέλεσμα να μην μαθαίνουν σωστά καμιά γλώσσα, συμπεριλαμβανομένης και της επίσημης. Συνέπεια αυτής της κα-τάστασης είναι ο ψυχολογικός, κοινωνικός και οικονομικός αποκλεισμός αυτών των ομάδων και η βαθμιαία περιθωριοποίησή τους. Με άλλα λόγια, οι πληροφορίες για άλλες γλώσσες δεν είναι σίγουρο ότι θα συμβάλουν στην αλληλοκατανόηση και την αλληλοαποδοχή, αλλά μπορούν να προκα-λέσουν αρνητικά αποτελέσματα.&lt;br /&gt;Τέλος, η διαπολιτισμική εκπαίδευση έχει και κοινωνική διάσταση. Πολιτισμική ελευθερία σημαίνει πάνω από όλα ριζική αλλαγή στον τρόπο διδασκαλίας και απόκτησης της γνώσης. Αυτό εξαρτάται από το βαθμό που η γνώση αντανακλά το κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διατυπώνεται. Συχνά οι κοινωνικές ομάδες που είναι υπεύθυνες για την εκ-παίδευση και τη μετάδοση της γνώσης, προωθούν εκείνο το μοντέλο και διαχέουν εκείνες τις γνώσεις που υποστηρίζουν τα συμφέροντα τους, νομι-μοποιούν και διαιωνίζουν την υπάρχουσα κατάσταση. Έτσι οι μειονοτικές ομάδες και εθνοπολιτισμικές κοινότητες παραμένουν κοινωνικά παθητικές και αποδεχόμενες τη χαμηλή κοινωνική τους θέση. Όλοι οι φορείς της εκ-παιδευτικής κοινότητας θα πρέπει να κατανοήσουν τους τρόπους με τους οποίους χρησιμοποιείται συχνά η γνώση για τη διατήρηση της περιθωριο-ποίησης των αδύναμων μειονοτήτων, αν θέλουν να γίνουν φορείς αλλαγής, κοινωνικής και εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης.&lt;br /&gt;Πώς μπορεί όμως η διαπολιτισμική εκπαίδευση να αναδειχθεί σε ένα σημαντικό εργαλείο δράσης σε μια κοινωνία όπως η ελληνική, η οποία, παρά την αρχική της ομοιογένεια, ήδη συντίθεται από πολλούς και διαφο-ρετικούς πληθυσμούς; Πιο συγκεκριμένα, πώς μπορεί η διαπολιτισμική εκπαίδευση να συνεισφέρει στη γλωσσική, πολιτισμική και κοινωνική αυ-τοτέλεια της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης, στα πλαίσια της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας;&lt;br /&gt;Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό είναι απαραίτητο πρώτα να δι-ευκρινισθεί τι εννοούμε με τον όρο «μειονότητα» και ποιες είναι οι παρά-μετροί της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η4. Η έννοια της «μειονότητας»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατά τον Παναγιωτίδη (1995) η λέξη «μειονότητα» αποτελεί έν-νοια του διεθνούς δικαίου με την οποία προσδιορίζονται πληθυσμιακά τμήματα μιας χώρας, που διαφέρουν από την πλειονότητα των υπηκόων της είτε ως προς τη γλώσσα, είτε ως προς τη θρησκεία, είτε ως προς τη φυ-λετική καταγωγή ή την εθνική συνείδηση.&lt;br /&gt;H Κανακίδου (1997α,β) υποστηρίζει ότι η ύπαρξη σε κοινά εδαφι-κά όρια πληθυσμιακών ομάδων, ετερογενών ως προς την προέλευση, τη θρησκεία, τον τρόπο παραγωγής και τις κοινωνικές δομές αποτέλεσε από την καθιέρωση των πρώτων εθνικών κρατών (19ος αιώνας) σοβαρό παρά-γοντα διενέξεων, προστριβών και αναταραχών στο εσωτερικό των χωρών, αλλά και στο διεθνή χώρο.&lt;br /&gt;Το Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης (Δ.Δ.Δ.Δ.), που ο ρόλος του υπήρξε καταλυτικός στην προστασία των μειονοτήτων, εισάγει τέσσερις σημαντικές σταθερές, που αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσμα-τα μιας μειονοτικής ομάδας:&lt;br /&gt;1) Ο αριθμητικός παράγοντας&lt;br /&gt;2) Η μη κυρίαρχη θέση της μειονότητας&lt;br /&gt;3) Τα μέλη της είναι υπήκοοι του κράτους&lt;br /&gt;4) Η επιθυμία των μελών να διατηρήσουν τα ιδιαίτερα χαρακτηρι-στικά τους, όπως τον πολιτισμό τους (όπως γράφει η Βεντούρα (1994) ο πολιτισμός αποτελεί κριτήριο προσδιορισμού και διάκρισης των κοινωνι-κών συνόλων, καθώς και βάση θέσπισης κλίμακας κοινωνικής ιεραρχίας), τη γλώσσα τους, τη θρησκεία τους και τα διαφορετικά εθνολογικά γνωρί-σματά τους.&lt;br /&gt;Τα γνωρίσματα αυτά καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη σχέση μετα-ξύ της μειονοτικής και κυρίαρχης ομάδας, καθώς και το ποσοστό αφομοί-ωσης στην κυρίαρχη κουλτούρα ή διατήρησης της μειονοτικής ταυτότητας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η5. Η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η παρουσία της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης στηρίζε-ται στις διατάξεις της Συνθήκης της Λωζάννης που υπογράφηκε το 1923. Σύμφωνα με τη συνθήκη αυτή, εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή των πλη-θυσμών οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και των νησιών Ίμβρου και Τενέδου, καθώς και οι μουσουλμάνοι της Θράκης, αφού χαρακτηρίσθηκαν ως μη ανταλλάξιμοι πληθυσμοί, για να αποτελέσουν τη «γέφυρα της ελλη-νοτουρκικής φιλίας», όπως αναφέρεται στις διατάξεις των Κεμάλ – Βενιζέ-λου.&lt;br /&gt;Παρά το κοινό θρήσκευμα η μουσουλμανική μειονότητα είναι φυ-λετικά, γλωσσικά και πολιτισμικά ανομοιογενής, αφού αποτελείται από τρεις μεγάλες εθνοφυλετικές ομάδες:&lt;br /&gt;α) τους Τουρκογενείς (Σελτζούκους ή Οθωμανούς),&lt;br /&gt;β) τους Πομάκους (αυτόχθονες κατοίκους της ορεινής Ροδόπης) και&lt;br /&gt;γ) τους Αθίγγανους.&lt;br /&gt;Επομένως, ανάμεσα στους μουσουλμάνους της Θράκης υπάρχουν σημαντικές πολιτισμικές διαφοροποιήσεις, όπως δείχνει ο επόμενος πίνα-κας που παρουσιάζει την πληθυσμιακή σύνθεση της μειονότητας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η6. Ιστορική αναδρομή της μειονότητας της Θράκης&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Παναγιωτίδης (1995), η αναφορά στις ιστορικές καταβολές της κάθε μιας ομάδας κρίνεται αναγκαία, προκει-μένου αφενός μεν να κατανοηθεί καλύτερα το ισλαμικό αυτό σύνολο, που διαφέρει σε σημαντικό βαθμό από την ευρύτερη ελληνική κοινωνία, αφε-τέρου δε να γίνουν αντιληπτές οι σχέσεις ανάμεσα στις φυλετικές ομάδες της μειονότητας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;I. Τουρκογενείς.&lt;br /&gt;Η καταγωγή τους χάνεται στο πέρασμα του χρόνου. Στα παλαιότε-ρα χρόνια διακρίνονταν σε διαφορετικές υπο-ομάδες.&lt;br /&gt;Έτσι, έχουμε τους Σελτζούκους Τούρκους, οι οποίοι πρωτοξεκίνη-σαν γύρω στα 1055 από την περιοχή του Ικονίου και οι οποίοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως συνεχιστές του ρωμαϊκού κράτους, γι αυτό και ονο-μάζονταν Ρουμ-Σελτζούκοι. Επεκτείνουν την κυριαρχία τους ως την Πα-λαιστίνη και την περιοχή της Θράκης, αλλά τελικά συνθλίβονται κάτω από την επέλαση των σταυροφόρων.&lt;br /&gt;Ακολουθούν οι Οσμανοί ή Οθωμανοί, φλογεροί υπέρμαχοι του Ισ-λαμισμού. Αρχικά ήταν μία νομαδική φυλή πολεμιστών των οποίων η πο-λιτειακή οργάνωση δεν χαρακτηριζόταν από μόνιμη εγκατάσταση, αλλά αντίθετα είχε ληστρικό χαρακτήρα και τα μέλη της επιδίδονταν σε λεηλα-σίες και αρπαγές. Μετά την επέκτασή τους σε ολόκληρο το μικρασιατικό χώρο, οι Οσμανοί αποτελούσαν τον κύριο μηχανισμό εξουσίας και κατα-λάμβαναν διοικητικές θέσεις (Βακαλοπούλου, 1990).&lt;br /&gt;Οι υπόλοιπες ομάδες των Τουρκογενών περιλαμβάνουν τους Παυ-λικανούς (νεότερη έκδοση του Μανιχαϊσμού, που υποστήριζε ότι οι δυνά-μεις που κυβερνούν τον κόσμο είναι δύο: το καλό και το κακό και των ο-ποίων την παρουσία στη Θράκη μαρτυρεί η Άννα Κομνηνή), τους Βογόμι-λους (οι οποίοι χαρακτηρίζονταν από το μίσος τους για τον υλικό κόσμο και είχαν απήχηση στον αγροτικό κόσμο της Θράκης) (Obolensky, 1990), τους Κιζηλμπάσηδες (Κοκκινοσκούφηδες) και τους Κιρκάσιους (ισλαμικά μοναστικά τάγματα και τα δύο) (Ροδάκη, 1991), τους Μπεκτασήδες (που έδρασαν στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης και δέχθηκαν επιδράσεις από τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, αλλά και το Βουδισμό) (Ζεγκίνη, 1988) και, τέλος, τους Δερβίσηδες [ένα είδος ισλαμιστών μοναχών που υ-ποβάλλονταν σε διάφορες ασκήσεις όπως αυτοσυγκέντρωση, προσευχές, χορός και των οποίων οι τεκέδες (μοναστήρια) σώζονται μέχρι σήμερα σε διάφορες περιοχές του Έβρου (ο τεκές του Μικρού Δερείου, ο τεκές Ιμπρα-χήμ Μπαμπά των Φερών)] (Μιρμίλογλου, 1988).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΙΙ. Πομάκοι&lt;br /&gt;Οι Πομάκοι έχουν θεωρηθεί κατά καιρούς ως απόγονοι των αρχαί-ων Θρακών, λαός πολεμικός που κατοικούσε στα ορεινά της οροσειράς της Ροδόπης. Ως γνωστό, κατά την αρχαϊκή εποχή στον ευρύτερο Θρακικό χώ-ρο κατοικούσαν διάφορες φυλές, όπως οι Κίκονες, οι Βίστωνες, οι Σαπαίοι, οι Αγριάνες, οι Σάτραι, οι Βησοί, οι Δρώοι κ.λπ. (Λιάπης, 1983).&lt;br /&gt;Από αυτές τις φυλές θα ασχοληθούμε ιδιαίτερα με τους Αγριάνες, καθώς οι σημερινοί Πομάκοι θεωρούνται απόγονοι της συγκεκριμένης φυ-λής, ενώ οι ίδιοι αυτοαποκαλούνται Α(γ)ρέν ή Α(χ)ρέν. Λείψανα άλλωστε της ζωής των Αγριάνων συναντούμε ακόμη και σήμερα στο χώρο όπου τώ-ρα κατοικούν οι Πομάκοι, όπως η συνοικία στο παλιό τμήμα της Ξάνθης που ονομάζεται «Αχριάν μαχαλεσί» ή το λεγόμενο «Αχριάν μπουνάρ», δη-λαδή βρύση των Αγριάνων, στα όρια των νομών Ροδόπης και Έβρου (Ξη-ροτύρη, 1975)&lt;br /&gt;Η ονομασία των Πομάκων προέρχεται, σύμφωνα με τον Παναγιω-τίδη (1995), από τη Βουλγαρική λέξη pomagam, δηλαδή «βοηθώ», ενώ οι ίδιοι οι Βούλγαροι τους αποκαλούσαν «πομαγκάτς», δηλαδή βοηθητικούς, υποτελείς, χωρίς δική τους οντότητα, κυρίως επειδή στα χρόνια του Βυζα-ντίου, αλλά και επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας τους έβρισκαν συνεχώς μπροστά τους ως αντιπάλους.&lt;br /&gt;Ο εξισλαμισμός των Πομάκων ήρθε ως συνέπεια της παρακμής της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία δεν στηριζόταν πια στην εκμετάλ-λευση των νέων εδαφών και κτήσεων και, κατά συνέπεια, η φορολογία ή-ταν πιο έντονη και μεγαλύτερη, κυρίως σε βάρος των χριστιανικών πληθυ-σμών. Η δυσβάσταχτη φορολογική πολιτική ώθησε πολλούς χριστιανούς στον εκούσιο εξισλαμισμό, μεταξύ αυτών το σύνολο των Πομάκων, οι ο-ποίοι, ζώντας στις άγονες και ορεινές περιοχές της Ροδόπης δεν είχαν πό-ρους για να αντεπεξέλθουν στις νέες φορολογικές υποχρεώσεις (Παπαχρι-στοδούλου, 1949)&lt;br /&gt;Οι Πομάκοι έχουν τη δική τους μητρική γλώσσα, την πομακική, ένα γλωσσικό κράμα αρχαίας ελληνικής, βουλγαρικής και τουρκικής, όπου κυριαρχεί ένα σλαβοβουλγαρικό ιδίωμα με δικά του όμως γλωσσικά χαρα-κτηριστικά και ιδιομορφίες, το οποίο ακολούθησε τη δική του φυσική εξέ-λιξη και παρουσίασε νεωτερισμούς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΙΙΙ. Αθίγγανοι&lt;br /&gt;Οι πρώτες αναφορές για τους Αθίγγανους εμφανίζονται ήδη επί Βυζαντίου και κάνουν λόγο για άτομα με μαντικές ικανότητες, χαρακτηρι-ζόμενα ως μάγοι. Οι Βυζαντινοί αναφέρονταν σε αυτούς με υποτιμητικό και ειρωνικό περιεχόμενο.&lt;br /&gt;Πολλοί υποστηρίζουν ότι προέρχονται από την Αίγυπτο, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι η γλώσσα των Τσιγγάνων ομοιάζει περισσότερο με την ινδι-κή, άρα έλκουν την καταγωγή τους από την Ινδία, παρά τις όποιες αραβι-κές, ελληνικές, ρουμανικές και ουγγρικές λέξεις που έχουν παρεισφρήσει στο λεξιλόγιό τους (Soulis, 1961).&lt;br /&gt;Στη βόρεια Ελλάδα τους αποκαλούν και κατσίβελους και αυτό, κα-τά τον Παναγιωτίδη πάλι, προέκυψε από το λατινικό captivus που σημαίνει αιχμάλωτος, που με το χρόνο έγινε cattivo και κατέληξε cattivello, δηλαδή ελεεινός, ταλαιπωρημένος, εξαθλιωμένος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η7. Το νομοθετικό καθεστώς της εκπαίδευσης των μειονοτήτων: Η περίπτωση της Θράκης&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η πρώτη αντίληψη της θέσπισης μειονοτικής εκπαίδευσης αλλά και της προστασίας των μειονοτήτων ξεκίνησε με τη Συνδιάσκεψη Ειρήνης του 1919 και περιλάμβανε σχέδια για την επίλυση των μειονοτικών προβλημά-των. Για πρώτη φορά έγινε μνεία για το σεβασμό των εκπαιδευτικών δι-καιωμάτων των μειονοτήτων, που ήδη από την εποχή αυτή θεωρούνται ο ακρογωνιαίος λίθος για τη διατήρηση και την προαγωγή της γλωσσικής και εθνικής ταυτότητας της κάθε μειονοτικής ομάδας.&lt;br /&gt;Ωστόσο, το πρώτο και ουσιαστικό βήμα για την προάσπιση τέτοιου είδους ζητημάτων έγινε από το Δ.Δ.Δ.Δ., που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση του διεθνούς δικαίου των μειονοτήτων. Αναφέρθηκε στο δικαίωμα των μελών των μειονοτήτων να ιδρύουν, να διευθύνουν και να χρηματοδοτούν σχολεία ή άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα με τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν εκεί ελεύθερα τη γλώσσα τους. Η επίσημη γλώσσα του κράτους μπορεί να διδάσκεται παράλληλα σε αυτά τα σχολεία (Μπαλτσιώ-της, 2001).&lt;br /&gt;Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου έγινε σύνδεση για την εφαρμο-γή των ανωτέρω δικαιωμάτων με την ισχυρή παρουσία μειονοτικού στοι-χείου οπουδήποτε στην επικράτεια του κράτους.&lt;br /&gt;Το ζήτημα των εκπαιδευτικών θεμάτων τέθηκε σε νέα βάση μετά τη λήξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου με την ενεργό συμμετοχή διε-θνών οργανισμών όπως του ΟΗΕ. (όπου για πρώτη φορά γίνεται εκτενής αναφορά στα εκπαιδευτικά δικαιώματα των προσώπων – μελών μιας μειο-νοτικής ομάδας και όχι των ίδιων των ομάδων ως σύνολο) και της ΟΥΝΕ-ΣΚΟ, όπου στο άρθρο 5 αναγνωρίζεται αφενός μεν το δικαίωμα στην εκ-παίδευση στην ιδιαίτερη γλώσσα μιας εθνικής μειονότητας, αφετέρου δε δίνεται η δυνατότητα συμμετοχής στον πολιτισμό της ευρύτερης κοινωνίας. Τέλος, στο Συμβούλιο της Ευρώπης δύο ειδικά συμβατικά κείμενα ρυθμί-ζουν ζητήματα μειονοτικής εκπαίδευσης και τίθενται σε ισχύ από την 1η Φεβρουαρίου 1998. Ανάμεσα στα άλλα άρθρα, το άρθρο 14, παρ 1 διατυ-πώνει το γενικό δικαίωμα στην εκμάθηση της μειονοτικής γλώσσας (« Τα μέρη δεσμεύονται να αναγνωρίσουν σε κάθε πρόσωπο που ανήκει σε εθνι-κή μειονότητα το δικαίωμα να μάθει τη μειονοτική του γλώσσα»). Γίνεται μνεία για τη διδασκαλία των μαθημάτων στη γλώσσα αυτή και για τη δια-κριτική ευχέρεια του κράτους να λάβει ή να μην λάβει μέτρα σύμφωνα με το νομικό καθεστώς που διέπει το εκπαιδευτικό σύστημα. Η δέσμευση εί-ναι αόριστη καθώς το κράτος θα προσπαθήσει να εγγυηθεί στο μέτρο του δυνατού για την εφαρμογή των εκπαιδευτικών δικαιωμάτων των μειονοτή-των, ενώ παράλληλα κατοχυρώνει τη διδασκαλία της επίσημης γλώσσας του κράτους (Μπαλτσιώτης, 2001).&lt;br /&gt;Ως προς το νομικό καθεστώς που διέπει τη μειονοτική εκπαίδευση και αφορά τους μουσουλμάνους της Θράκης, χαρακτηρίζεται από μια πο-λύπλοκη ιεραρχία κανόνων δικαίου. Αποτελείται από γενικούς κανόνες, οι οποίοι προσδιορίζονται από διεθνή κείμενα προστασίας του ανθρώπου που δεσμεύουν διμερώς την Ελλάδα και την Τουρκία. Πρόκειται στην ουσία για ένα νομικό λαβύρινθο από ειδικές συνθήκες και πρωτόκολλα, αλλά και υ-πουργικά διατάγματα και αποφάσεις.&lt;br /&gt;Η Συνθήκη της Λοζάννης (24 Ιουλίου 1923) αποτελεί ένα πολυμε-ρές συμβατικό κείμενο που αναφέρεται τόσο στη μουσουλμανική μειονό-τητα της Θράκης, όσο και στις μη μουσουλμανικές μειονότητες της Τουρ-κίας. Εκτός από ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας και έκφρασης, η συν-θήκη αναφέρεται και σε εκπαιδευτικά και γλωσσικά ζητήματα. Προβλέπει ότι το κράτος αναλαμβάνει την υποχρέωση παροχής εκπαίδευσης «εν τη ιδία γλώσση» των μουσουλμάνων στα δημοτικά σχολεία, αλλά και την υ-ποχρεωτική διδασκαλία της επίσημης γλώσσας. Το κράτος αναλαμβάνει την οργάνωση μειονοτικού εκπαιδευτικού συστήματος στις περιοχές που διαμένει σημαντική αναλογία υπηκόων. Η Συνθήκη παρέχει το δικαίωμα στην ίδρυση και διαχείριση σχολείων και άλλων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων από τα μέλη της μειονότητας ή από αντιπροσωπευτικά όργανά της. Το μά-θημα των θρησκευτικών στα μειονοτικά σχολεία αφορά τη διδασκαλία και την ερμηνεία του Κορανίου και την ισλαμική ηθική. Δυστυχώς οι διατάξεις της Συνθήκης αυτής δεν τηρήθηκαν πάντοτε στο ακέραιο με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν κατά καιρούς σοβαρά προβλήματα σε πολιτικό κυρίως επίπεδο ανάμεσα στις δύο χώρες.&lt;br /&gt;Τα κενά της Συνθήκης της Λοζάννης κάλυψαν οι ελληνοτουρκικές Συμφωνίες του 1951 και το ελληνοτουρκικό Μορφωτικό Πρωτόκολλο του 1968, που ρυθμίζουν θέματα σχετικά με τη γλώσσα διδασκαλίας, τα μαθή-ματα στα μειονοτικά σχολεία, τα εγχειρίδια, κυρίως όμως θεσπίζουν ειδικό εκπαιδευτικό σύστημα, δίγλωσσο, όπου ο χρόνος διδασκαλίας μοιράζεται μεταξύ της επίσημης και της μειονοτικής μητρικής γλώσσας.&lt;br /&gt;Από το 1968 μέχρι σήμερα έχει καταγραφεί μια πληθώρα από υ-πουργικές αποφάσεις και διατάξεις που αφορούν στην εύρυθμη λειτουργία των μειονοτικών σχολείων της Θράκης. Όλα έχουν σχεδόν συμπληρωματι-κό χαρακτήρα και αναφέρονται σε θέματα διοίκησης, οργάνωσης, εκπαι-δευτικού προσωπικού και αναλυτικών προγραμμάτων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η8. Στρατηγικές εκμάθησης μιας δεύτερης ή ξένης γλώσσας&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η8.1. Τι είναι οι στρατηγικές εκμάθησης&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με τον όρο «στρατηγικές εκμάθησης» εννοούμε τους συνειδητούς τρόπους λύσης των γλωσσικών προβλημάτων που χρησιμοποιούν οι μαθη-τές για να αποκτήσουν ευκολότερα και γρηγορότερα τις διάφορες γλωσσι-κές δομές μιας δεύτερης ή ξένης γλώσσας.&lt;br /&gt;Η ξένη βιβλιογραφία σχετικά με τις στρατηγικές γλωσσικής κατά-κτησης είναι αρκετά μεγάλη. Ωστόσο, οι σημαντικότεροι ερευνητές που ασχολήθηκαν διεξοδικά με το θέμα δίνουν διαφορετικούς ορισμούς και αναλύσεις του όρου «στρατηγική» κατάκτησης μιας δεύτερης γλώσσας. Έτσι λ.χ. ο Cohen (1987, 1999) χαρακτηρίζει τις στρατηγικές γλωσσικής κατάκτησης ως τις ικανότητες εκείνες που βοηθούν το άτομο να «μάθει» αποτελεσματικότερα μια ξένη γλώσσα, ενώ η Chamot (1987) ορίζει τις στρατηγικές εκμάθησης ως «τεχνικές που χρησιμοποιούν οι μαθητές για να διευκολύνουν τη μάθηση και να υιοθετούν μαζί γλωσσικές και σχετικές με το προς μάθηση αντικείμενο πληροφορίες».&lt;br /&gt;Επιπλέον, η Rubin (1994) αναφέρεται στις στρατηγικές «ως διαδι-κασίες που συνεισφέρουν στην ανάπτυξη του γλωσσικού συστήματος που ο μαθητής δημιουργεί», ενώ η Oxford (1990) ορίζει τις στρατηγικές εκμά-θησης μιας δεύτερης /ξένης γλώσσας «ως συμπεριφορές ή πράξεις, τις ο-ποίες χρησιμοποιούν οι μαθητές για να είναι επιτυχής η κατάκτηση της γλώσσας-στόχου, αυτοκατευθυνόμενη και ευχάριστη».&lt;br /&gt;Παρά τις εκτεταμένες έρευνες στο εξωτερικό σχετικά με τις στρα-τηγικές εκμάθησης, στην Ελλάδα υπάρχουν ελάχιστες αναφορές. Η πιο συ-στηματική και ολοκληρωμένη επιστημονικά προσέγγιση του ζητήματος έχει γίνει από τη Γαβριηλίδου (2004). Σύμφωνα με αυτήν, οι στρατηγικές εκμάθησης αναφέρονται στις μεθόδους, που χρησιμοποιούνται από τα άτο-μα που μαθαίνουν μια δεύτερη ή ξένη γλώσσα προκειμένου να αποκτήσουν και να ενσωματώσουν τη γλώσσα-στόχο, ενώ ο όρος «επικοινωνιακές στρατηγικές» περιγράφει τις στρατηγικές στις οποίες καταφεύγουν τα άτο-μα αυτά προκειμένου να επαναχρησιμοποιήσουν τη γλώσσα-στόχο με απο-τελεσματικό τρόπο. Κατά τη Γαβριηλίδου, μέσα από μια τέτοια διαδικασία αναδεικνύεται ο παραμελημένος ρόλος του υποκειμένου που μαθαίνει μια δεύτερη/ξένη γλώσσα, καθώς και η επίδραση των γνωστικών και συναι-σθηματικών παραγόντων, που επηρεάζουν τη διαδικασία εκμάθησης. Σύμ-φωνα με την ίδια, η ευρεία περιγραφή των στρατηγικών μπορεί να περι-λαμβάνει τεχνικές, όπως εστίαση σε επιλεγμένο μέρος της νέας πληροφο-ρίας, ανάλυση και χειρισμό της πληροφορίας κατά την απόκτηση, οργάνω-ση και σύνδεσή της με την παλιά και αξιολόγηση της διαδικασίας εκμάθη-σης. Επίσης, οι τεχνικές αυτές μπορεί να επηρεάζουν τόσο τα απλά γλωσ-σικά καθήκοντα, όπως την εκμάθηση του λεξιλογίου, όσο και περιπλοκό-τερα, όπως την κατανόηση και την παραγωγή της γλώσσας.&lt;br /&gt;Κατά τους Σφυρόερα και Παπαδόπουλο (2002), οι στρατηγικές εκ-μάθησης είναι συμπεριφορές ή πράξεις που σε κάποιες περιπτώσεις προέρ-χονται από έμφυτους μηχανισμούς. Με τη βοήθεια αυτών των συμπεριφο-ρών το άτομο επεξεργάζεται τις διάφορες πληροφορίες που προέρχονται από το περιβάλλον προκειμένου να λύσει, συνειδητά ή ασυνείδητα, γλωσ-σικά προβλήματα που παρουσιάζονται όταν έρχεται σε επαφή με τη γλώσ-σα που θέλει να μάθει, ενώ παράλληλα κατακτά τις γλωσσικές δομές της ξένης γλώσσας.&lt;br /&gt;Στη συνέχεια γίνεται μια προσπάθεια διερεύνησης της σχέσης με-ταξύ των στρατηγικών εκμάθησης από τη μια και της προσχολικής επίδο-σης, του φύλου και της ηλικίας από την άλλη, ενώ εξετάζεται και η πιθανή επίδραση ενός προγράμματος καλλιέργειας στρατηγικών εκμάθησης στη χρήση στρατηγικών από τους μαθητές του Δημοτικού σχολείου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;i. Επίδραση του παράγοντα «ηλικία» στην επιλογή των στρατηγικών εκμάθησης&lt;br /&gt;Ο παράγοντας ηλικία φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά το ρυθμό ανάπτυξης και την επιτυχία στην ξένη γλώσσα. Συνήθως οι μεγαλύτεροι μαθητές φθάνουν σε υψηλότερα επίπεδα επάρκειας, συγκρινόμενοι με μι-κρότερους σε ηλικία μαθητές και λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο που έχουν εκτεθεί στην ξένη γλώσσα. Οι Grenfell και Harris (1994) παρατήρησαν ότι οι μεγαλύτεροι μαθητές χρησιμοποιούσαν τις περισσότερο αποτελεσματι-κές στρατηγικές μάθησης, σε σύγκριση με τους νεαρότερους μαθητές και αυτό συνάδει με προηγούμενα ευρήματα, στα οποία είχε αποδειχθεί ότι η μάθηση στρατηγικών αυξάνεται με την ηλικία.&lt;br /&gt;Οι Rubin και Thompson (1994), αν και γενικά αναγνωρίζουν στους νεότερους μαθητές το πλεονέκτημα της μεγαλύτερης άνεσης χρόνου για την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας, εντούτοις υποστηρίζουν ότι οι μεγαλύ-τεροι σε ηλικία μαθητές διαθέτουν καλύτερη μνημονική ικανότητα, πιο αποτελεσματικούς τρόπους οργάνωσης των πληροφοριών, μεγαλύτερα α-ποθέματα προσοχής, συστηματικότερες συνήθειες μελέτης και προετοιμα-σίας και μεγαλύτερες δυνατότητες χειρισμού πιο περίπλοκων διανοητικών εργασιών – δεξιότητες που σχετίζονται όλες με τις στρατηγικές εκμάθησης.&lt;br /&gt;Σε έρευνα των Kuhl και Kraska (1989) αποδείχθηκε ότι ο προσανα-τολισμός προς τη δράση για την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας αναπτύσ-σεται νωρίς κατά την παιδική ηλικία, δηλαδή περίπου έως και τη Δ΄ τάξη του Δημοτικού Σχολείου, ενώ σε αντίστοιχη έρευνα της Volet (1997) η η-λικία βρέθηκε να συσχετίζεται θετικά, αλλά σε χαμηλό βαθμό ως προς την ανάληψη δράσης για μάθηση.&lt;br /&gt;Κατά τους Abraham και Vann (1987), Chamot και O’Malley (1994) οι μικρότεροι σε ηλικία μαθητές συνήθως χρησιμοποιούν στρατηγικές κατά τρόπο τυχαίο και ασύνδετο μεταξύ τους, ενώ αντίθετα οι μεγαλύτεροι σε ηλικία αποδεικνύονται πιο αποτελεσματικοί, επειδή επιλέγουν προσεχτικά το είδος των στρατηγικών που θα εφαρμόσουν. Η άποψη αυτή ενισχύεται από τον Ehrman (1996), που υποστήριξε ότι οι μικροί σε ηλικία μαθητές στερούνται της εμπειρίας για τη χρήση των κατάλληλων στρατηγικών, κυ-ρίως λόγω της μη επαρκούς ανάπτυξης του μορφωτικού τους υποστρώμα-τος, της απειρίας τους ή ακόμα και λόγω του δύσκαμπτου στιλ μάθησης που συνήθως τους διακρίνει.&lt;br /&gt;Με το ζήτημα της ηλικίας ως βασικό παράγοντα επιλογής στρατη-γικών ασχολήθηκε, ακόμη, η έρευνα του Wong-Fillmore (1976) και ειδικά με τη χρήση των γνωστικών και κοινωνικών στρατηγικών στην προσχολική ηλικία. Οι Chesterfield και Chesterfield (1985) κατέγραψαν τις στρατηγικές που κατά κανόνα προτιμούν οι δίγλωσσοι μαθητές της βασικής εκπαίδευ-σης, ενώ οι Pardon και Waxman (1988) εξέτασαν τις γνωστικές στρατηγι-κές που χρησιμοποιούν οι μαθητές του Δημοτικού σχολείου στον τομέα της κατανόησης κειμένου. Γενικά, όλες αυτές οι μελέτες συγκλίνουν στην ά-ποψη ότι το κυριότερο πλεονέκτημα των μεγαλυτέρων σε ηλικία μαθητών είναι ο συνειδητός συνδυασμός συγκεκριμένων και προσεχτικά επιλεγμέ-νων στρατηγικών κατά τρόπο δημιουργικό και αποτελεσματικό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ii. Επίδραση του παράγοντα «φύλο» στην επιλογή των στρατηγικών εκμάθησης&lt;br /&gt;Ως προς τον άλλο βασικό παράγοντα επηρεασμού για την επιλογή των στρατηγικών εκμάθησης, δηλαδή το φύλο, οι περισσότερες έρευνες πράγματι επιβεβαιώνουν την άποψη ότι αυτό λειτουργεί ως «διαμεσολαβη-τής» στη χρήση των στρατηγικών (Politzer, 1983. Oxford &amp; Nyikos, 1989. Sheorey, 1999). Κοινό στοιχείο των ερευνών αυτών είναι ότι τα κορίτσια χρησιμοποιούν πιο συχνά τις στρατηγικές εκμάθησης από ό,τι τα αγόρια και αυτό αποδίδεται σε αιτίες όπως η κοινωνικοποίηση και τα διάφορα στερεότυπα των φύλων, επιβεβαιώνοντας έτσι τη διαπίστωση των Green και Oxford ότι «…οι διαφορές στη χρήση των στρατηγικών μεταξύ των δύο φύλων βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με το εκάστοτε πολιτισμικό υπόβαθρο και αυτό σημαίνει ότι τα κορίτσια και τα αγόρια χρησιμοποιούν αρκετά διαφορετικές προσεγγίσεις κατά την εκμάθηση μιας ξένης γλώσ-σας» (Green &amp; Oxford, 1995).&lt;br /&gt;Ο Powell (1986) υποστηρίζει ότι οι διαφορές που σχετίζονται με το φύλο προέρχονται μάλλον από κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς παράγο-ντες παρά είναι έμφυτες, ενώ μερικές πρόσφατες μελέτες αναφέρουν δια-φορές φύλου στη γενική νοημοσύνη (Held, Alderton, Foley &amp; Segall, 1993. Lynn, 1994. Rosen, 1995), αν και οι διαφορές αυτές είναι μικρές. Μεγάλες διαφορές φύλου υπέρ των αγοριών εμφανίζονται σε οπτικά έργα, ενώ δια-φορές υπέρ των κοριτσιών παρατηρούνται κυρίως σε λεκτικά έργα που πε-ριλαμβάνουν παραγωγή συνωνύμων και απαιτούν λεξιλογικό πλούτο, στη λογοτεχνία, στην έκθεση και γενικότερα στην ανάγνωση και ορθογραφία (Demetriou &amp; Efklides, 1987. Linn &amp; Petersen, 1985). Σε κάποιες μεμονω-μένες έρευνες που έγιναν σε παιδιά της μουσουλμανικής μειονότητας στην προσχολική ηλικία βρέθηκε ότι, παρόλο που και τα δύο φύλα χρησιμοποι-ούν κυρίως γνωστικές στρατηγικές και στη συνέχεια μεταγνωστικές, παρα-τηρούνται σχετικές διαφοροποιήσεις, με τα κορίτσια να προτιμούν κυρίως τις γνωστικές, ενώ τα αγόρια να χρησιμοποιούν ελάχιστα τις κοινωνικοσυ-ναισθηματικές σε ποσοστό μόλις 0,2% (Παπαδοπούλου, 2001).&lt;br /&gt;Αντίθετα, σε πιλοτική μελέτη της Γαβριηλίδου (2004) που αφο-ρούσε στη χρήση στρατηγικών εκμάθησης της ελληνικής ως δεύτερης/ ξέ-νης γλώσσας σε Δημοτικό Σχολείο της Πολίχνης, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα αγόρια είναι αυτά που χρησιμοποιούν περισσότερο συχνά και τα τρία είδη στρατηγικών (με βάση την τυπολογία των Chamot και O’Malley) από ό,τι τα κορίτσια, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με προηγούμενες έρευ-νες, που εμφάνιζαν αντίθετα ευρήματα (Ehrman &amp; Oxford, 1989. Oxford &amp; Nyikos, 1989). Όπως επισημαίνεται ωστόσο, οι διαφορές αυτές πιθανότατα οφείλονται στη γενικότερη στάση των αγοριών να προβάλλουν σε μεγάλο βαθμό τις ικανότητές τους, σε αντίθεση με αυτή των κοριτσιών που φαίνε-ται να είναι περισσότερο διστακτικές και συνεσταλμένες (Γαβριηλίδου, 2004).&lt;br /&gt;Υπάρχουν βέβαια έρευνες οι οποίες δεν έχουν καταδείξει παρά ε-λάχιστες διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα ως προς στη συχνότητα χρήσης στρατηγικών (Lompscher, Artelt, Schellhas &amp; Blib, 1995) ή, όταν αυτές εμφανίζονται, είναι ελαφρώς υπέρ των κοριτσιών (Zimmerman &amp; Mar-tizez-Pons, 1990. Γεωργιάδου, 1998. Δερμιτζάκη, 1997).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;iii. Σχέση διαφορετικών στρατηγικών με σχολική επίδοση&lt;br /&gt;Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, όπως οι Alexander και Schwananenflugel (1994) και η Γεωργιάδου (1998), το επίπεδο της νοημο-σύνης δεν εμπλέκεται παρά ελάχιστα στην επιλογή των στρατηγικών εκμά-θησης. Ωστόσο, οι Lompscher, Artelt, Schellhas και Lompscher (1995) α-ναφέρουν ότι οι μαθητές που διέφεραν ως προς τη χρήση στρατηγικών κα-τά την επεξεργασία διαφόρων δραστηριοτήτων παρουσίαζαν, επίσης, δια-φορές στο μέσο όρο της λεκτικής και αναγνωστικής ικανότητας. Συγκεκρι-μένα, παρατηρήθηκε ότι οι μαθητές με υψηλή λεκτική νοημοσύνη ήταν αυτοί που χρησιμοποίησαν τις περισσότερες μεταγνωστικές στρατηγικές. (Lompscher, Artelt, Schellhas &amp; Lompscher, 1995. Jonassen &amp; Grabowski, 1993). Παρεμφερές είναι και το εύρημα ότι οι μαθητές με υψηλή λεκτική ικανότητα τείνουν να χρησιμοποιούν, κατά την επίλυση γλωσσικών έργων, περισσότερες στρατηγικές από ό,τι οι μαθητές με χαμηλή λεκτική ικανότη-τα (Δερμιτζάκη, 1997). Επιπλέον, σε έρευνα των Zimmerman και Marti-nez-Pons (1990), στην οποία συμμετείχαν τόσο μαθητές που φοιτούσαν σε σχολείο για προικισμένα παιδιά, όσο και μαθητές που φοιτούσαν σε κανο-νικό σχολείο, οι πρώτοι βρέθηκαν να αναφέρουν χρήση στρατηγικών σε σημαντικά υψηλότερο βαθμό από ό,τι οι δεύτεροι.&lt;br /&gt;Οι περισσότεροι ερευνητές συγκλίνουν πάντως στην άποψη ότι οι πιο πετυχημένοι μαθητές χρησιμοποιούν τις στρατηγικές εκμάθησης συ-χνότερα και, κατά συνέπεια, συγκεντρώνουν υψηλότερη βαθμολογία επί-δοσης. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να αγνοηθεί ο προβληματισμός που προκύ-πτει και που αφορά στο αν η σχολική επίδοση συνδέεται άμεσα με τη συ-χνότητα χρήσης των στρατηγικών ή αν τελικά αυτή οφείλεται στην έμφυτη ικανότητα κάποιων μαθητών να χειρίζονται τις γλώσσες με αποτελεσματι-κό τρόπο. Όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί ο Skehan (1989), «οι στρατη-γικές εκμάθησης δεν εγγυώνται την άριστη χρήση μιας ξένης γλώσσας, αλ-λά όμως αποτελούν προϋπόθεση της». Με άλλα λόγια, είναι οι καλοί μαθη-τές αυτοί που κατά κανόνα εμφανίζουν μεγαλύτερη βελτίωση στη χρήση των στρατηγικών και αυτή ακριβώς η βελτίωση συμβάλλει στη γρηγορότε-ρη κατάκτηση της ξένης γλώσσας.&lt;br /&gt;Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό που επιπλέον διακρίνει τους καλούς μαθητές στη σχολική επίδοσή τους είναι η ικανότητά τους να εξηγούν ευ-κολότερα τη διαδικασία που ακολουθούν για την επίλυση κάποιου γλωσσι-κού προβλήματος καθώς και η δυνατότητά τους να δικαιολογούν για ποιο λόγο χρησιμοποιούν τις συγκεκριμένες στρατηγικές κατά περίπτωση, ενώ αντίθετα οι πιο αδύναμοι μαθητές φαίνεται να είναι λιγότερο κριτικοί και αναλυτικοί (Halbach, 1999).&lt;br /&gt;Γενικά πάντως είναι κοινά αποδεκτό ότι όσο μεγαλύτερη είναι η χρήση στρατηγικών τόσο πιο αποτελεσματική είναι η εκμάθηση αυτών που μαθαίνουν τη δεύτερη ή ξένη γλώσσα (Γ2) (Brown et al., 1983).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;iv. Επίδραση παρεμβατικού προγράμματος καλλιέργειας στρατηγικών στη χρήση στρατηγικών&lt;br /&gt;Με δεδομένο: 1) ότι η ανάλυση των ικανοτήτων μέσω των οποίων ένα άτομο κατορθώνει να μάθει μια ξένη γλώσσα έχει ιδιαίτερη σημασία για τη διδακτική πράξη, 2) ότι η ξένη γλώσσα κατακτάται με τη συνεισφο-ρά των στρατηγικών εκμάθησης, που αποτελούν τα απαραίτητα βήματα των μαθητών, για να αναπτύξουν τη μάθησή τους και 3) ότι οι στρατηγικές αποτελούν τα ουσιαστικά εργαλεία για τη βελτίωση τόσο της επικοινωνια-κής ικανότητας, όσο και της αυτοπεποίθησης των μαθητών - έχουν εκπο-νηθεί διάφορες έρευνες προκειμένου να εξακριβωθεί κατά πόσο η παρέμ-βαση ενός ειδικού προγράμματος στρατηγικής χρήσης της γλώσσας αυξά-νει και αναπτύσσει τον αριθμό των χρησιμοποιούμενων στρατηγικών και που κατά συνέπεια θα βελτιώσει την επίδοση των μαθητών στη Γ2 (Derry &amp; Murphy, 1986. Γαβριηλίδου, 2004).&lt;br /&gt;Παρόλο που οι μικροί σε ηλικία μαθητές δεν χρησιμοποιούν τις στρατηγικές εκμάθησης συστηματικά ή, όταν το κάνουν, συνήθως δεν γίνε-ται με αυθόρμητο τρόπο, πιστεύεται ότι με την εφαρμογή ενός κατάλληλου προγράμματος εκπαίδευσης θα μπορούσαν οι μαθητές π.χ της τετάρτης τά-ξης δημοτικού να ενσωματώσουν στη διαδικασία μάθησής τους μια σειρά από στρατηγικές για την ευκολότερη αντιμετώπιση διάφορων γλωσσικών δυσκολιών.&lt;br /&gt;Μελέτες ήδη από τις αρχές του ’70 έχουν δείξει ότι κάποιες από τις μεταγνωστικές στρατηγικές, όπως η κατηγοριοποίηση, η επεξεργασία και η χρησιμοποίηση της προηγούμενης γνώσης είναι κατάλληλες να καλλιεργη-θούν ήδη σε αυτήν την ηλικία. Το γενικό συμπέρασμα των μελετών αυτών που ισχύει μέχρι σήμερα είναι ότι οι στρατηγικές εκμάθησης αναπτύσσο-νται με την πάροδο της ηλικίας, βελτιώνονται στη χρήση και στην εφαρμο-γή τους και μπορούν εύκολα να διδαχθούν βάσει ενός καλά μελετημένου προγράμματος καλλιέργειας (Brown et al., 1983).&lt;br /&gt;Έκτοτε έχουν αναπτυχθεί ικανά σε αριθμό μοντέλα που αφορούν στη διδασκαλία των στρατηγικών στις τέσσερις γλωσσικές δεξιότητες (γραφή, ανάγνωση, προφορικός λόγος και ακουστική ικανότητα) και κυρί-ως στο ζήτημα του τρόπου επίλυσης γλωσσικών προβλημάτων. Από τα πιο γνωστά είναι το μοντέλο του Dansereau (1985, 1988) που περιλαμβάνει τη διδασκαλία στρατηγικών για την ανάπτυξη των αναγνωστικών κυρίως δε-ξιοτήτων των μαθητών μέσω υπολογιστή (γνωστό με την αγγλική λέξη Murder). Στο μοντέλο αυτό οι μαθητές εμφανίζουν θεαματική βελτίωση στην κατανόηση κειμένου μέσω των πρωτευόντων κυρίως στρατηγικών εκμάθησης, καθώς και στην επανάκληση πληροφοριών μέσω των λεγομέ-νων υποστηρικτικών στρατηγικών, όπως είναι ο σχεδιασμός και η αυτοσυ-γκέντρωση.&lt;br /&gt;Την ευεργετική επίδραση ενός κατάλληλου προγράμματος καλ-λιέργειας στρατηγικών κατά την εκμάθηση της Γ2 έχουν επισημάνει και οι Derry και Murphy (1986). Σύμφωνα με το δικό τους μοντέλο, οι μαθητές εξασκούνται σε τακτικά αλλά διακοπτόμενα χρονικά διαστήματα στη χρή-ση στρατηγικών, ώστε να εφαρμόζονται εν συνεχεία στην πράξη κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας μέσα στην τάξη. Ο Weinstein και οι συνεργάτες του (Weinstein &amp; Underwood, 1985) ανέπτυξαν, επίσης, ένα μοντέλο διδασκαλίας, το οποίο ωστόσο απευθυνόταν σε φοιτητές πανεπι-στημιακού επιπέδου και στηριζόταν κυρίως στη χρήση στρατηγικών και σε άλλα μαθήματα του αναλυτικού προγράμματος πέραν των γλωσσικών. Υ-ποστήριξαν ότι ενώ στην άμεση διδασκαλία των στρατηγικών οι μαθητές πληροφορούνται εκτενώς για τη χρησιμότητα και το σκοπό της εκπαίδευ-σής τους στις στρατηγικές, στην ενσωματωμένη διδασκαλία οι μαθητές έρχονται σε επαφή με δραστηριότητες και εκπαιδευτικό υλικό που ανα-πτύσσει μεν τη χρήση στρατηγικών, αλλά οι ίδιοι αγνοούν τους λόγους για τους οποίους ακολουθείται η συγκεκριμένη εκπαιδευτική διαδικασία, κα-θώς και την αξία της.&lt;br /&gt;Κοινό στοιχείο όλων των ερευνών που έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς είναι ότι τα παρεμβατικά προγράμματα καλλιέργειας στρατηγικών συμβάλλουν αποφασιστικά όχι μόνο στη συχνότερη χρήση των στρατηγι-κών από μέρους των μαθητών, αλλά και στην αποτελεσματικότερη εφαρ-μογή τους κατά τη διάρκεια της μαθησιακής διαδικασίας. Ο Paris (1988) διακρίνει τα ακόλουθα στάδια διδασκαλίας των στρατηγικών στα προ-γράμματα αυτά:&lt;br /&gt;o Το καθοδηγητικό στάδιο, όπου ο δάσκαλος δείχνει στους μαθη-τές πώς να χρησιμοποιούν τις στρατηγικές μέσω της μεθόδου της φωναχτής σκέψης, δίνοντας παράλληλα έμφαση στους στόχους και στην πνευματική διεργασία που συντελείται κατά την εκμάθηση,&lt;br /&gt;o την άμεση επεξήγηση, όπου ο δάσκαλος εκθέτει τα οφέλη που αναμένονται να προκύψουν από τη χρήση των στρατηγικών, έτσι ώστε οι μαθητές να πεισθούν για την αναγκαιότητά τους,&lt;br /&gt;o την υποστηρικτική διδασκαλία, όπου ο δάσκαλος παρέχει προ-σωρινή στήριξη στους μαθητές, καθώς αυτοί δοκιμάζουν τις νέες στρατη-γικές,&lt;br /&gt;o τη συνεργατική εκμάθηση, όπου ετερογενείς ομάδες μαθητών συνεργάζονται και δουλεύουν από κοινού για να λύσουν ένα πρόβλημα ή να αποπερατώσουν μια εργασία.&lt;br /&gt;Σε άλλες έρευνες, όπως αυτή του Anderson (1985), διαπιστώθηκε ότι η καλλιέργεια ενός προγράμματος εκπαίδευσης στις στρατηγικές είχε θεαματικά αποτελέσματα στην φωνητική αποκωδικοποίηση των λέξεων της Γ2, δηλαδή στην ικανότητα να ανιχνεύει ο μαθητής τους ξεχωριστούς ήχους μιας λέξης και να πραγματοποιεί συσχετισμούς ανάμεσα στους ή-χους αυτούς και στα αντίστοιχα σύμβολα που τους αντιπροσωπεύουν.&lt;br /&gt;Ακόμη, αξιοσημείωτη πρόοδος παρατηρήθηκε στη γραμματική ευ-αισθητοποίηση του μαθητή, δηλαδή στην ικανότητά του να αναγνωρίζει τις γραμματικές λειτουργίες των λέξεων μέσα στη δομή των προτάσεων. Στις έρευνες των O’Malley και Chamot (2002) η ικανότητα αναγνώρισης των γραμματικών κανόνων από τους μαθητές ενισχύθηκε ιδιαίτερα από τις λε-γόμενες «αφαιρετικές» στρατηγικές (deductive strategies), ενώ η ερμηνεία των γλωσσικών λειτουργιών των λέξεων και των φράσεων βοηθήθηκε ση-μαντικά από τις στρατηγικές της επεξεργασίας, της χρήσης της προηγούμε-νης γνώσης και της γλωσσικής μεταφοράς.&lt;br /&gt;Γενικά πάντως, ενώ έως σήμερα έχει εκπονηθεί ένας ικανός αριθ-μός ερευνών που αφορούν στην καταγραφή των στρατηγικών μετά την ε-φαρμογή παρεμβατικών προγραμμάτων καλλιέργειας τους κυρίως σε δί-γλωσσους μαθητές (Chesterfield &amp; Chesterfield 1985. Pardon &amp; Waxman 1988), εντούτοις υπολείπονται ακόμη έρευνες που να είναι σχεδιασμένες ειδικά για τα παιδιά του Δημοτικού σχολείου αλλά και μικρότερης ηλικίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η8.2. Καταγραφή των διάφορων τύπων στρατηγικών κατάκτησης μιας ξένης γλώσσας&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί διάφορες τυπολογίες στρατηγικών, όπως των Rubin (1981), O’Malley και Chamot (1990, 2002), Oxford (1990) και Wenden (1991). Εδώ θα αναφερθούμε σε δύο από αυτές και συ-γκεκριμένα στην τυπολογία της Oxford και στην τυπολογία των O’Malley και Chamot.&lt;br /&gt;Σύμφωνα με το διαχωρισμό της Oxford (1990), οι στρατηγικές εκ-μάθησης ταξινομούνται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, τις άμεσες και τις έμ-μεσες.&lt;br /&gt;Οι άμεσες στρατηγικές προϋποθέτουν το χειρισμό της γλώσσας α-φετηρίας (μητρικής) και την ενεργοποίηση νοητικών διαδικασιών, ενώ οι έμμεσες στρατηγικές περιβάλλουν ή συνεισφέρουν δυναμικά στη μάθηση και δεν σχετίζονται, απευθείας τουλάχιστον, με τη γλώσσα – στόχο. Και οι δυο τύποι συνεργάζονται στενά μεταξύ τους και βρίσκουν τέλεια εφαρμογή στα τέσσερα κύρια πεδία της γλώσσας, δηλ. στο γραπτό λόγο, στην ομιλία, στην ανάγνωση και στη λήψη ακουστικών πληροφοριών.&lt;br /&gt;Οι άμεσες στρατηγικές εκμάθησης διαιρούνται σε: 1) μνημονικές, 2) γνωστικές και 3) αντισταθμιστικές Οι έμμεσες στρατηγικές διαχωρίζο-νται σε: 1) μεταγνωστικές 2) κοινωνικές και 3) συναισθηματικές στρατηγι-κές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η8.2.1. Άμεσες στρατηγικές εκμάθησης μιας ξένης γλώσσας&lt;br /&gt;1. Μνημονικές. Είναι οι στρατηγικές μέσω των οποίων το άτομο προσπαθεί να δημιουργήσει νοητικές συνδέσεις ανάμεσα στη μητρική γλώσσα και τη γλώσσα – στόχο. Κατά τη χρήση αυτών των στρατηγικών τα άτομα χρησιμοποιούν εικόνες, ήχους, κάνουν χρήση δράσεων, δημιουρ-γούν νοητικές συνδέσεις (Ellis, 1994).&lt;br /&gt;Οι μνημονικές στρατηγικές βοηθούν τους μαθητές να αποθηκεύ-σουν στη μνήμη τους τις σημαντικές πληροφορίες που ακούν ή διαβάζουν στη γλώσσα - στόχο και, κατά συνέπεια, να εμπλουτίσουν τις γνώσεις τους. Επίσης, τους βοηθούν να ανακαλούν πληροφορίες από τη μνήμη, όταν τις χρειάζονται, για να τις χρησιμοποιήσουν για καλύτερα αποτελέσματα κατά τη μαθησιακή διαδικασία.&lt;br /&gt;Παρόλο που πολλοί εκπαιδευτικοί πιστεύουν ότι η εκμάθηση του λεξιλογίου της Γ2 είναι εύκολη υπόθεση, πολλοί μαθητές αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα στο να απομνημονεύσουν ένα μεγάλο αριθμό λέξεων, προκειμένου να επιτύχουν τον άριστο χειρισμό της γλώσσας – στόχου. Σύμφωνα με τον Lord (1979), «το λεξιλόγιο αποτελεί αναμφισβήτατα το πιο δύσληπτο μέρος κατά την εκμάθηση μιας γλώσσας, είτε πρόκειται για τη μητρική, είτε για ξένη, κυρίως λόγω των δεκάδων χιλιάδων διαφορετι-κών ερμηνειών τους». Οι μνημονικές στρατηγικές βοηθούν ουσιαστικά το μαθητή να αντιμετωπίσει αυτού του είδους τις δυσκολίες.&lt;br /&gt;Ακόμη, ενισχύουν τη σύνθεση διαφορετικών τύπων υλικού. Π.χ, κατά την εκμάθηση μιας γλώσσας είναι δυνατή η δημιουργία οπτικών πα-ραστάσεων των λέξεων ή φράσεων. Ο συνδυασμός του λόγου με εικόνες είναι πολύ χρήσιμος για την ευκολότερη απομνημόνευση λέξεων και ιδιαί-τερα εκείνων με αφηρημένες έννοιες.&lt;br /&gt;Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι, πέρα από την οπτική παρουσίαση των λέξεων, οι μνημονικές στρατηγικές περιλαμβάνουν την ακουστική παρου-σίαση (έμφαση στον ήχο), την κινητική – αισθητική παρουσίαση (έμφαση στην κίνηση ) και την παρουσίαση μέσω της αφής. Με άλλα λόγια, η εκμά-θηση της Γ2 επιτυγχάνεται μέσω του συνδυασμού του λόγου με τον ήχο, την κίνηση και το άγγιγμα.&lt;br /&gt;Ωστόσο, παρόλο που οι μνημονικές στρατηγικές αποδεικνύονται σε δυναμικούς υποστηρικτές για την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας, οι έρευ-νες δείχνουν ότι οι μαθητές απλά δεν τις χρησιμοποιούν συχνά, παρά μονά-χα στα αρχικά στάδια της μάθησης.&lt;br /&gt;2. Γνωστικές. Είναι οι στρατηγικές γλωσσικής εκμάθησης, αναγνώ-ρισης, ομαδοποίησης των πληροφοριών, ώστε να ενισχυθεί η εκμάθηση της ξένης γλώσσας. Γενικά, είναι τα βήματα που χρησιμοποιούνται στην επί-λυση γλωσσικών προβλημάτων στη δεύτερη /ξένη γλώσσα.&lt;br /&gt;3. Αντισταθμιστικές. Είναι οι στρατηγικές που βοηθούν το άτομο να διατηρήσει το στόχο της επικοινωνιακής επαφής κάνοντας χρήση: α) γλωσσικών γνώσεων που κατέχει στην μητρική γλώσσα (Γ1) και σε άλλες ήδη κατεχόμενες γλώσσες και β) μη γλωσσικών μέσων, όπως οι εκφράσεις του προσώπου, του σώματος, της διακυμάνσεις της φωνής κτλ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η8.2.2. Έμμεσες στρατηγικές εκμάθησης μιας ξένης γλώσσας&lt;br /&gt;1. Μεταγνωστικές. Σύμφωνα με τον Cohen (1999) είναι οι υψηλές δραστηριότητες που σχετίζονται με την προεκτίμηση, προσχεδιασμό, μετα-αξιολόγηση των δραστηριοτήτων εκμάθησης και χρήσης των στοιχείων της γλώσσας.&lt;br /&gt;2. Κοινωνικές. Είναι οι πράξεις που επιλέγουν οι μαθητές, ώστε να ανταποκριθούν στην αλληλεπίδραση με άλλους μαθητές ή φυσικούς ομιλη-τές (Nae-Dong,1999).&lt;br /&gt;3. Συναισθηματικές. Αυτές ρυθμίζουν τα συναισθήματα, τα κίνη-τρα, τις κλίσεις του ατόμου και επικεντρώνουν την προσοχή τους στη μεί-ωση του άγχους, στην αύξηση της συνεργασίας μεταξύ των ατόμων, στην παροχή θάρρους σ’ αυτόν που μαθαίνει μία ξένη γλώσσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η8.3. Περαιτέρω κατηγοριοποίηση των στρατηγικών εκμάθησης&lt;br /&gt;Οι στρατηγικές εκμάθησης μπορούν να οριοθετηθούν και να ανα-λυθούν σε επιμέρους κατηγορίες, προκειμένου να περιγραφούν καλύτερα και για να αποκτήσουμε μία πιο ολοκληρωμένη εικόνα γι’ αυτές.&lt;br /&gt;Έτσι, λ.χ, οι μνημονικές στρατηγικές χαρακτηρίζονται από τις εξής υπο-κατηγορίες:&lt;br /&gt;1) την ομαδοποίηση, δηλαδή την κατηγοριοποίηση του υλικού που αποτελεί αντικείμενο μάθησης με βάση κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Αυ-τή η στρατηγική περιλαμβάνει ακόμη την ταξινόμηση ή την αναταξινόμη-ση του υλικού, που ειπώθηκε ή μελετήθηκε σε λογικές, γεμάτες νόημα ο-μάδες, ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος εκτροπής σε μη –σχετιζόμενο προς τη μάθηση υλικό.&lt;br /&gt;2) τη συσχέτιση, δηλαδή τη σύγκριση με άλλες, προηγούμενες γνώσεις. Οι συσχετισμοί αυτοί μπορεί να είναι απλοί ή σύνθετοι, κοινοί ή πρωτότυποι, αλλά σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είναι γεμάτοι νόημα για το μαθητή,&lt;br /&gt;3) τη χρήση εικόνων, δηλαδή την πρόσληψη πληροφοριών μέσα από εικόνες για ευκολότερη απομνημόνευση,&lt;br /&gt;4) τις λέξεις- κλειδιά, όπου σύμφωνα με την Cook (1993) αναγνω-ρίζεται μία λέξη της γλώσσας-στόχου με μία λέξη στην πρώτη γλώσσα, η οποία ακούγεται ή μοιάζει με τη νέα λέξη. Η στρατηγική αυτή μπορεί ακό-μη να συνδυάζει τους ήχους με τις εικόνες, ώστε οι μαθητές να θυμούνται αποτελεσματικότερα αυτό που προσλαμβάνουν ως νέα πληροφορία στη νέα γλώσσα. Χαρακτηριστική είναι η σύνδεση της Γαλλικής λέξης «froid» με το γνωστό Αυστριακό ψυχίατρο Freud, ο οποίος στέκεται π.χ έξω στο κρύο και&lt;br /&gt;5) τη χρήση μηχανικών τεχνικών, δηλαδή τη χρήση τεχνικών που διευκολύνουν την εκμάθηση μιας γλώσσας. Για παράδειγμα, ο Γιάννης μό-λις διάβασε την Αγγλική φράση: «white seagulls» και νοερά προσπαθεί να την αποθηκεύσει στη μνήμη του με το να φαντάζεται άσπρους γλάρους που πετάνε στον ουρανό. Επίσης, οι γνωστές ως «flashcards», οι ειδικές δηλαδή καρτέλες όπου στη μία όψη είναι γραμμένη η καινούργια λέξη ή φράση, ενώ στην άλλη όψη αναγράφεται ο ορισμός και η επεξήγηση της - αυτές αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μηχανικών μέσων. Επιπρό-σθετα, για να εξασκηθεί ο μαθητής στην ενεργή χρήση μιας νέας λέ-ξης/φράσης μέσα στο ζωντανό λόγο, μπορεί να την καταγράψει στο πίσω μέρος της καρτέλας με τη μορφή παραδείγματος που αυτός ο ίδιος θα επι-νοήσει.&lt;br /&gt;Οι γνωστικές στρατηγικές είναι απαραίτητες στην εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας. Αποτελούν τις πιο δημοφιλείς στρατηγικές και κύριο στόχο έχουν τον ορθό χειρισμό της γλώσσας – στόχου από το μαθητή.&lt;br /&gt;Η στρατηγική της πρακτικής εξάσκησης κατέχει την πιο σημαντική θέση, αν και οι μαθητές, κατά γενική ομολογία, αγνοούν τη σπουδαιότητα της. Δυστυχώς, δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο η εκπαιδευτική διαδικασία μέσα στην τάξη να περιορίζεται στη στείρα αναπαραγωγή – απαγγελία του μαθήματος από ένα μαθητή, ενώ οι υπόλοιποι παρακολουθούν απαθείς έως και αδιάφοροι. Ακόμη κι όταν μικρές δραστηριότητες λαμβάνουν χώρα, εντούτοις χρειάζεται περισσότερη εξάσκηση για να φθάσουν οι μαθητές στα όρια μιας αποδεκτής επάρκειας της Γ2 – κάτι που απαιτεί εκατοντάδες ή και χιλιάδες ώρες πρακτικής εξάσκησης, ανάλογα με το βαθμό δυσκολίας της γλώσσας–στόχου κι άλλων παραγόντων.&lt;br /&gt;Οι γνωστικές στρατηγικές, με τη σειρά τους, διακρίνονται στις α-κόλουθες κατηγορίες:&lt;br /&gt;1) την επανάληψη, με άλλα λόγια, τη μίμηση ενός γλωσσικού μο-ντέλου ή τη σιωπηλή επανάληψη. Παρόλο που η στρατηγική αυτή είναι αρκετά παρεξηγημένη και πολλές φορές συγχέεται με τη στείρα απομνημό-νευση, μπορεί να χρησιμοποιηθεί με έναν αρκετά δημιουργικό τρόπο. Έτσι, λ.χ., η συνεχής ανάγνωση ενός κειμένου γραμμένου στη γλώσσα – στόχο μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά ωφέλιμη. Η πρώτη ανάγνωση θα αποσκο-πεί στο να εκμαιεύσει την κεντρική ιδέα, η δεύτερη στην επικέντρωση στις λεπτομέρειες, η τρίτη στην καταγραφή ερωτήσεων κ.λπ.,&lt;br /&gt;2) τη χρήση μοτίβων, δηλαδή τη χρήση γλωσσικών δομών, λέξεων, φράσεων προκειμένου να ανταποκριθεί το άτομο σε μία μαθησιακή διαδι-κασία,&lt;br /&gt;3) τους νέους συνδυασμούς, δηλαδή τη δημιουργία μιας νέας πρό-τασης με νόημα από το συνδυασμό γνωστών στοιχείων με εναλλακτικούς τρόπους (Cook, 1993). Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι σοβαρό ή χωρίς νό-ημα, αλλά σίγουρα ενεργοποιεί τη χρήσιμη εξάσκηση. Για παράδειγμα, η Μαρία γνωρίζει τις Αγγλικές φράσεις: «I want», «My name is Melek», και «doctor». Τις γράφει σε τρεις ξεχωριστές καρτέλες, τις ανακατεύει, σκέ-φτεται και τελικά αποφασίζει να προσθέσει ακόμη μία, τέταρτη καρτέλα με τη φράση: «to be a». ‘Έτσι, δημιουργεί την ολοκληρωμένη, γραμματικά και εκφραστικά,ορθή πρόταση: «My name is Melek and I want to be a doctor».&lt;br /&gt;Η στρατηγική των νέων συνδυασμών μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στο γραπτό και στον προφορικό λόγο. Μία καλή δραστηριότητα για τον καθηγητή Αγγλικής είναι να γράφει τέσσερις με πέντε φράσεις–κλειδιά στον πίνακα και να καλεί τους μαθητές να επινοήσουν μία ιστοριούλα, με βάση αυτές τις φράσεις. Τα παιδιά επιστρατεύουν με αυτό τον τρόπο τη σκέψη και τη φαντασία τους και αναγκάζονται να προβούν σε δεκάδες συνδυασμούς, για να επιτύχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα,&lt;br /&gt;4) τη χρήση της γλώσσας σε αυθεντικές καταστάσεις, με άλλα λό-για, η προσπάθεια συνομιλίας από τους μαθητές σαν να είναι φυσικοί ομι-λητές της ξένης γλώσσας. Η στρατηγική αυτή απαραιτήτως προϋποθέτει την κατανόηση της προφορικής, της ομιλούμενης γλώσσας στο φυσικό της περιβάλλον, στο βαθμό βέβαια που αυτό είναι εφικτό. Συχνά παρατηρείται το φαινόμενο οι μαθητές να κατανοούν τη Γ2 σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό να είναι σε θέση να καταγράψουν τις σκέψεις τους με σχετική άνεση και ευκολία, όμως να αδυνατούν να εκφράσουν τις απόψεις τους στον προ-φορικό λόγο ή να ανταποκριθούν επιτυχώς στις προφορικές δραστηριότη-τες. Ο ρόλος του καθηγητή στο σημείο αυτό είναι να ενθαρρύνει το μαθη-τή, να του αυξήσει το αίσθημα της δύναμης και της αξίας του, να του δημι-ουργήσει ένα συναίσθημα αυτοπεποίθησης και οπωσδήποτε να μην περιο-ρισθεί στην αναγνώριση των σφαλμάτων του.&lt;br /&gt;Δραστηριότητες, όπως η έκφραση συγκατάβασης/ διαφωνίας, η πε-ριγραφή μιας εικόνας, η παρουσίαση ενός διαλόγου στο τηλέφωνο, η δρα-ματοποίηση κ.λπ. τονώνουν την ασφάλεια του μαθητή, εξαίρουν την προ-σπάθεια του και τον ωθούν να μάθει μέχρι πού τελικά φθάνουν οι ικανότη-τές του,&lt;br /&gt;5) τη μετάφραση, όπου σύμφωνα με την Cook, έχουμε τη χρήση της πρώτης γλώσσας σα βάση για την κατανόηση της ξένης. Σε γενικές γραμμές θα λέγαμε ότι η μετάφραση, ως στρατηγική εκμάθησης, μπορεί να αποδειχθεί πολύ χρήσιμη, ιδιαίτερα στα πρώτα στάδια της μάθησης. Ωστό-σο, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή όταν αυτή πάρει τη μορφή της λέξη - προς - λέξη μετάφρασης, καθώς τότε οι μαθητές οδηγούνται σε άλλα νοή-ματα, ξένα προς τα αρχικά. Έτσι, δεν είναι λίγες οι φορές που ο καθηγητής Αγγλικών συναντά τελείως αυθαίρετες αποδόσεις, ιδιαίτερα Ελληνικών εκφράσεων, που φανερώνουν το μέγεθος της πλάνης κάθε φορά που κά-ποιος ακολουθεί μία πιστή μετάφραση, Τέτοια παραδείγματα είναι του τύ-που: «Are you working me?» (με δουλεύεις;), «it happened the come to see» (έγινε το έλα να δεις), «I came out of my clothes» (βγήκα από τα ρού-χα μου), «you will eat wood» (θα φας ξύλο) κ.λπ. Βέβαια, σ’αυτή τη λογι-κή αντιπαραβάλλεται το γνωστό Ρωμαϊκό ρητό: “a translator is a traitor” (ο μεταφραστής είναι προδότης), με την έννοια ότι αυτός που μεταφράζει ένα κείμενο από τη Γ1 στη Γ2 αναπόφευκτα θα το αλλοιώσει, τροποποιώντας κάποια από τα σημεία του.&lt;br /&gt;Οι αντισταθμιστικές στρατηγικές χωρίζονται σε υποκατηγορίες, όπως λ.χ. τη χρήση της μητρικής γλώσσας (using L1), τη μίμηση ή τις κι-νήσεις (mime), την αποφυγή (avoidance), την επιλογή θέματος συζήτησης (choosing the conversation theme), την επινόηση λέξεων (word coinage) και τις παραφράσεις (paraphrase).&lt;br /&gt;Στις έμμεσες στρατηγικές εκμάθησης, οι μεταγνωστικές διακρίνο-νται στις εξής:&lt;br /&gt;1) την μετριασμένη παραγωγή, όπου παρατηρείται συνειδητή α-ναβολή του προφορικού λόγου, προτίμηση της ακοής και όχι της ομιλίας,&lt;br /&gt;2) την αναζήτηση ευκαιριών εξάσκησης της ξένης γλώσσας, όπου οι μαθητές επιχειρούν να μιλήσουν στην ξένη γλώσσα, χωρίς να το ζητήσει ο καθηγητής Αγγλικών.&lt;br /&gt;Από τις κοινωνικές θα τονίζαμε ιδιαίτερα:&lt;br /&gt;1. τη συνεργασία μεταξύ συνομηλίκων, δηλαδή την αλληλεπίδρα-ση με συνομηλίκους με στόχο να εκπληρωθεί ένα έργο ή να επιλυθεί ένα πρόβλημα (Promnitz &amp; Germain, 1996) και&lt;br /&gt;2. τη διόρθωση από κάποιο άτομο, δηλαδή η διόρθωση από κά-ποιο άτομο της ομάδας στην οποία ανήκει ο μαθητής (Cook, 1993).&lt;br /&gt;Στις συναισθηματικές στρατηγικές εκμάθησης μιας ξένης γλώσσας ασφαλώς θα επισημαίναμε τη χρήση χαλάρωσης (use of relaxation), τη χρήση μουσικής (use of music), τη χρήση χιούμορ (use of humor), το να συγχαίρει ο μαθητής τον εαυτό του (self-reinforcement), την ανάληψη ευ-θυνών (taking responsibilities) και την ανταμοιβή (reward).&lt;br /&gt;Η τυπολογία της Rubin (1981), επίσης, προτείνει τη διάκριση ανά-μεσα σε στρατηγικές που επηρεάζουν άμεσα τη διαδικασία εκμάθησης και σε στρατηγικές που συνεισφέρουν έμμεσα. Στις άμεσες στρατηγικές περι-λαμβάνονται οι γνωστικές, ενώ στις έμμεσες οι κοινωνικές.&lt;br /&gt;Η διευκρίνιση και η επιβεβαίωση, η δημιουργία υποθέσεων, η ανα-λογική σκέψη, η πρακτική εξάσκηση και η αυτοαξιολόγηση είναι κάποιες από τις άμεσες στρατηγικές που συμβάλλουν στην ευκολότερη κατάκτηση της γλώσσας στόχου, ενώ η παροχή ευκαιριών για εξάσκηση, αλλά και τε-χνικών για την παραγωγή λόγου συνδέονται με τις έμμεσες στρατηγικές και συμπληρώνουν την καλύτερη κατανόηση της Γ2.&lt;br /&gt;Ωστόσο, η τυπολογία των O’Malley και Chamot (1990), έχει γενι-κότερη απήχηση στις μέρες μας, λαμβανομένης υπόψη της δεδομένης επί-δρασής της στη σύγχρονη έρευνα, καθώς και της θεωρητικής συνοχής της και της μεθοδικής διάκρισης των επιμέρους κατηγοριών της συγκεκριμένης ταξινόμησης. (Γαβριηλίδου, 2004)&lt;br /&gt;Η τυπολογία αυτή που έχει επηρεασθεί σε μεγάλο βαθμό από τη γνωστική ψυχολογία κατατάσσει τις στρατηγικές σε τρεις μεγάλες κατηγο-ρίες, δηλαδή στις μεταγνωστικές, τις γνωστικές και τις κοινωνικοσυναι-σθηματικές.&lt;br /&gt;Οι μεταγνωστικές στρατηγικές πραγματεύονται το χειρισμό της ει-σερχόμενης πληροφορίας, το σχεδιασμό της μάθησης και την αξιολόγηση της όλης μαθησιακής πορείας. Εδώ ανήκουν στρατηγικές, όπως η επιλεκτι-κή στρατηγική, ο σχεδιασμός της οργάνωσης του λόγου (γραπτού και προ-φορικού), ο έλεγχος της κατανόησης και η αξιολόγηση της κατανόησης μετά το τέλος μιας γλωσσικής δραστηριότητας.&lt;br /&gt;Οι γνωστικές στρατηγικές επιδρούν άμεσα στην εισερχόμενη πλη-ροφορία, μέσω της επανάληψης, της ομαδοποίησης λέξεων με βάση τα κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα, της πρόβλεψης της σημασίας μιας ά-γνωστης λέξης, της περίληψης, της αξιοποίησης μια εικόνας, της μεταφο-ράς της προηγούμενης γνώσης για την απόκτηση νέας και της εφαρμογής κανόνων για την κατανόηση της Γ2.&lt;br /&gt;Τέλος, οι κοινωνικοσυναισθηματικές στρατηγικές αναφέρονται στην αλληλεπίδραση των μαθητών μεταξύ τους ή με άτομα που έχουν τη Γ2 ως μητρική, στον έλεγχο του άγχους και γενικότερα στην ψυχολογική διάθεση και στάση ως προς την εκμάθηση της γλώσσας-στόχου.&lt;br /&gt;Εδώ περιλαμβάνονται η συνεργασία για την επίτευξη ενός κοινού γλωσσικού στόχου, οι ερωτήσεις για διασαφήνιση και η αυτοεμψύχωση.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6126784924047014371-8724029425051835951?l=alexandrospapanis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/feeds/8724029425051835951/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/blog-post_1913.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/8724029425051835951'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/8724029425051835951'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/blog-post_1913.html' title='Η σημασία της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης στην Ευρώπη  Αλέξανδρος Παπάνης και Ευστράτιος Παπάνης'/><author><name>Δρ. Αλέξανδρος Παπάνης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14387444323366524626</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='30' src='http://4.bp.blogspot.com/_aMH3uwQ9geM/SsEoryw5D_I/AAAAAAAAABg/OLQ43IaXIZc/S220/IMG_0119.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6126784924047014371.post-4234971906964182180</id><published>2009-09-09T11:47:00.001-07:00</published><updated>2009-09-09T11:47:59.764-07:00</updated><title type='text'>Διγλωσσία και ευφυία  Αλέξανδρος Παπάνης, ΕΕΔΙΠ Πολυτεχνείου Θράκης</title><content type='html'>Η επίδραση της διγλωσσίας στην ευφυΐα του ατόμου απασχολεί τους ερευνητές από τις αρχές της δεκαετίας του ’20. Η πιθανότητα της αρνητικής επίδρασης της διγλωσσίας στις διανοητικές ικανότητες του ατόμου εκφράζεται με δύο τρόπους. Αρχικά, υπάρχει η πεποίθηση ότι η μάθηση και η χρήση μιας δεύτερης γλώσσας από ένα άτομο και η επιδεξιότητα του στην πρώτη γλώσσα, είναι δύο μεταβλητές μεταξύ των οποίων υπάρχει «αρνητική συνάφεια». Συγκεκριμένα, η αύξηση στη μάθηση της δεύτερης γλώσσας, συνεπάγεται μείωση στην επιδεξιότητα της πρώτης γλώσσας.&lt;br /&gt;Επιπλέον, συχνά εκφράζεται η αγωνία σχετικά για το αν η ικανότητα ενός ατόμου να μιλάει δύο γλώσσες έχει αρνητικό αντίκτυπο στην αποδοτικότητα της σκέψης του. Ο Baker (2001) τονίζει ότι η διαίσθηση υπαγορεύει συνήθως ότι η ύπαρξη δύο γλωσσών μέσα στην περιοχή της σκέψης θα σημαίνει λιγότερο χώρο για την αποθήκευση άλλων τομέων της γνώσης. Σε σύγκριση με τον δίγλωσσο, ο μονόγλωσσος φέρεται να έχει μία γλώσσα και επομένως μεγαλύτερο χώρο αποθήκευσης άλλων πληροφοριών.&lt;br /&gt;Ο Sugai (1989) υποστηρίζει ότι οι δίγλωσσοι μαθητές εμφανίζουν δυσκολίες στην προφορική έκφραση μέσα στην τάξη, έχουν μειωμένη επίδοση και μειωμένη συμμετοχή κατά τη μαθησιακή διαδικασία.&lt;br /&gt;Η Σκούρτου στο άρθρο της «Δίγλωσσοι μαθητές στο Ελληνικό Σχολείο» (2002) παρουσιάζει εκτενώς δύο αντικρουόμενες αντιλήψεις ως προς τη σχέση που υπάρχει μεταξύ της διγλωσσίας και της ευφυΐας. Η αντίληψη ότι οι γλώσσες που συγκροτούν το γλωσσικό ρεπερτόριο του δίγλωσσου μαθητή αντιπροσωπεύουν μια γνωστική/διγλωσσική σχέση αναπτύχθηκε στον αντίποδα της αντίληψης που αντιμετωπίζει τις γλώσσες του δίγλωσσου μαθητή ως άθροισμα. Πρόκειται για τη θεώρηση εκείνη που θέλει τις γλώσσες να αντιπροσωπεύουν ξεχωριστά αυτόνομα συστήματα και μεγέθη, χωρίς εννοιολογικές και γλωσσικές επικαλύψεις. Ό,τι μαθαίνεται μέσω της μιας γλώσσας δεν έχει σχέση με αυτό που μαθαίνεται μέσω της άλλης. Κατ’ επέκταση, η ανάπτυξη μιας γλώσσας περνά αποκλειστικά μέσα από κανάλια αυτής της ίδιας γλώσσας. Αυτός ο διαχωρισμός των γλωσσών που διατυπώθηκε σχηματοποιημένα με τη μεταφορά των χωριστών «μπαλονιών» που καταλαμβάνουν «χώρο» στον ανθρώπινο εγκέφαλο (Baker, 2001) στηρίζεται στην αντίληψη ότι κάθε νέα γλώσσα προστίθεται ως αυτόνομο σύνολο με συγκεκριμένο «όγκο» στο γλωσσικό ρεπερτόριο. Στην ακραία της συνέπεια, η υπόθεση της χωριστής γλωσσικής ικανότητας παραπέμπει στην νοητική επιβάρυνση όσων γίνονται δίγλωσσοι, χωρίς να έχουν το ατομικό χάρισμα ενός υψηλού δείκτη νοημοσύνης. Σύμφωνα με τη αντίληψη, μόνο ο συνδυασμός υψηλής ευφυΐας και διγλωσσίας προστατεύει το δίγλωσσο άτομο από τις επιβλαβείς συνέπειες της διγλωσσίας. Πραγματικά, αν οι γλώσσες αντιπροσωπεύουν αυτόνομα σύνολα, τότε είναι πιθανόν ο «όγκος» των γλωσσών να επιβαρύνει το δίγλωσσο άτομο και να πρέπει να τεθούν όρια στην επέκταση της διγλωσσίας τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.&lt;br /&gt;Αντίθετα με αυτήν την υπόθεση αναπτύχθηκε η άποψη ότι οι γλώσσες αναπτύσσονται σε αλληλεξάρτηση η μια από την άλλη, και όπως τα συγκοινωνούντα δοχεία, τα νοήματα μεταφέρονται από τη μια γλώσσα στην άλλη, διευρύνοντας κατά συνέπεια την αντιληπτική ικανότητα του δίγλωσσου και την ευφυΐα του.&lt;br /&gt;Ο Baker (2001, αναφορά στη Δέδε, 2005) διατυπώνοντας κάποια βασικά ερωτήματα σχετικά με τις πιθανές επιπτώσεις της διγλωσσίας στην αποδοτικότητα του ατόμου διέκρινε τρεις περιόδους:&lt;br /&gt;1) την περίοδο των επιβλαβών συνεπειών της διγλωσσίας στην ευφυΐα του ατόμου, 2) την περίοδο των ουδέτερων συνεπειών και τέλος 3) την περίοδο των θετικών συνεπειών.&lt;br /&gt;1) Η περίοδος των επιβλαβών συνεπειών.&lt;br /&gt;Από τις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα ως τη δεκαετία του 1960 περίπου, στους κύκλους των ακαδημαϊκών επικρατεί η άποψη ότι η διγλωσσία βλάπτει τη σκέψη. Ο Laurie (1890) υποστήριξε ότι η διανοητική ανάπτυξη του δίγλωσσου δεν θα διπλασιαστεί, αν κάποιος είναι δίγλωσσος, αντίθετα, η νοητική και ψυχική του ανάπτυξη θα περιοριστούν κατά το ήμισυ. Η άποψη αυτή του Laurie συμβαδίζει με τις απόψεις των ερευνητών στη Μεγάλη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες την ίδια εποχή (Baker, 2001).&lt;br /&gt;Οι πρώτες έρευνες σχετικά με τη διγλωσσία και τη γνωστική λειτουργία (D.J. Saer 1923, Saer, Smith &amp; Hughes 1924, Darcy 1953, Nanez, Padilla &amp; Maez 1992, αναφορά στον Baker, 2001) επιβεβαιώνουν την άποψη ότι η διγλωσσία βλάπτει τη σκέψη. Σύμφωνα με τα ευρήματα των ερευνών αυτών, οι μονόγλωσσοι είχαν καλύτερη επίδοση στα διανοητικά τεστ απ’ ό,τι οι δίγλωσσοι. Όπως επισημαίνει ο Baker (2001) ενδεχομένως να υπάρχουν περιπτώσεις όπου το επίπεδο απόδοσης των δίγλωσσων είναι χαμηλότερο από εκείνο των μονόγλωσσων, ωστόσο οι πρώτες αυτές έρευνες που υποδείκνυαν επιβλαβείς συνέπειες της διγλωσσίας στη σκέψη, παρουσιάζουν ποικίλες μεθοδολογικές αδυναμίες όπως: το έντονο πρόβλημα ορισμού και μέτρησης της ευφυΐας, η γλώσσα των τεστ που χρησιμοποιήθηκαν ήταν στην πιο «αδύναμη» γλώσσα των δίγλωσσων, η έλλειψη στατιστικών ελέγχων, η γενίκευση των αποτελεσμάτων παρά την έλλειψη επαρκούς δειγματοληψίας, η έλλειψη ισοδύναμων ομάδων σε ότι αφορά μεταβλητές όπως η κοινωνικο-πολιτιστική τάξη, το φύλο, η ηλικία, το είδος του σχολείου στο οποίο φοιτούν και το αστικό ή αγροτικό, αθροιστικό ή αφαιρετικό γλωσσικό περιβάλλον των ατόμων που έλαβαν μέρος στην έρευνα.&lt;br /&gt;Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι η έρευνα των επιβλαβών συνεπειών διήρκησε από τη δεκαετία του 1920 ως τη δεκαετία του 1960. Το επικρατέστερο αποτέλεσμα ήταν ότι οι δίγλωσσοι ήταν κατώτεροι από τους μονόγλωσσους σε ό,τι αφορά κυρίως τον προφορικό δείκτη νοημοσύνης (ΔΝ). Ωστόσο, οι πρώτες έρευνες για τη διγλωσσία και τον ΔΝ έχουν πολλά τρωτά σημεία και μεθοδολογικές ελλείψεις, γεγονός που δεν επιτρέπει την αποδοχή των συμπερασμάτων τους, σχετικά με επιβλαβείς συνέπειες.&lt;br /&gt;2) Η περίοδος των ουδέτερων συνεπειών.&lt;br /&gt;Ο αριθμός των ερευνών που δεν αναφέρουν καμία διαφορά μεταξύ του ΔΝ των δίγλωσσων και των μονόγλωσσων αρχικά τουλάχιστον ήταν ελάχιστος, ωστόσο η περίοδος αυτή είναι σημαντική καθώς βοήθησε στον εντοπισμό των μεθοδολογικών ελλείψεων των πρώτων ερευνών κατά την περίοδο των επιβλαβών συνεπειών και στην αμφισβήτηση των ευρημάτων τους (Baker, 2001). Η έρευνα των Pintner και Arsenian (1937, στην Εγγονίδου, 2004) στις Ηνωμένες Πολιτείες κατέληξε σε μια μηδενική αντιστοιχία ανάμεσα στο λεκτικό και μη λεκτικό ΔΝ μεταξύ δίγλωσσων και μονόγλωσσων σε Γερμανοεβραϊκά-Αγγλικά. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Jones (1959) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι μονόγλωσσοι και οι δίγλωσσοι δε διαφέρουν σημαντικά ως προς το μη λεκτικό ΔΝ, αρκεί να λαμβάνεται υπόψη το επάγγελμα των γονέων και η κοινωνικο-οικονομική τάξη, και τόνισε ότι η διγλωσσία δεν είναι απαραίτητα αιτία διανοητικής μειονεξίας.&lt;br /&gt;3) Η περίοδος των θετικών συνεπειών.&lt;br /&gt;Πολύ σημαντική για τη μελέτη της διγλωσσίας και της γνωστικής λειτουργίας ήταν η έρευνα των Peal και Lambert (1962) στον Καναδά. Το αρχικό δείγμα των ερευνητών ήταν 364 γαλλόφωνα και αγγλόφωνα παιδιά ηλικίας 10 ετών. Στη συνέχεια το δείγμα περιορίστηκε σε 110 παιδιά αμφιδύναμα δίγλωσσα και εξισωμένα ως προς την κοινωνικο-οικονομική τάξη, τα οποία εξέτασαν σε γλωσσικά και μη γλωσσικά τεστ ευφυΐας, με σκοπό τη μελέτη της επίδρασης της διγλωσσίας στην διανοητική λειτουργία των παιδιών και τη σχέση μεταξύ διγλωσσίας, σχολικής επίδοσης και στάσης των παιδιών απέναντι στην κοινωνική ομάδα των ατόμων που μιλούν τη δεύτερη γλώσσα. Οι Peal και Lambert (1962) συμπέραναν ότι η διγλωσσία παρέχει μεγαλύτερη διανοητική ευελιξία, ικανότητα για περισσότερο αφαιρετική σκέψη, υπεροχή στη διαμόρφωση της αντίληψης, ανάπτυξη του ΔΝ και θετική αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο γλωσσών του δίγλωσσου, η οποία διευκολύνει την ανάπτυξη του λεκτικού ΔΝ. Η προαναφερθείσα μελέτη αν και κατέχει κεντρική θέση στις έρευνες για τη διγλωσσία και τη γνωστική λειτουργία, παρουσιάζει ορισμένες μεθοδολογικές αδυναμίες όπως η αδυναμία γενίκευσης των αποτελεσμάτων βάσει του δείγματος που εξετάστηκε, η απουσία σαφή προσδιορισμού της αιτιακής σχέσης διγλωσσίας και νόησης, η ανεπάρκεια της εξίσωσης της κοινωνικο-οικονομικής τάξης των παιδιών που εξετάστηκαν (Baker, 2001). Η αξιοσημείωτη μελέτη των Peal και Lambert (1962), προσέγγισε τα αποτελέσματα των ερευνών του Σοβιετικού ψυχολόγου Vygotsky (1962), αναφορικά με το προβάδισμα των δίγλωσσων στη διαμόρφωση εννοιών, τη δημιουργικότητα, τη μεταγλωσσική συνείδηση και την επίλυση προβλημάτων (Εγγονίδου, 2004)&lt;br /&gt;Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι το κύριο πρόβλημα ανάμεσα στην ευφυΐα και τη διγλωσσία έγκειται στη μέτρηση της αμελητέας καθημερινής «ευφυΐας», και στην έλλειψη «αντιπροσωπευτικού δείγματος». Τα τεστ νοημοσύνης μετρούν ένα αμελητέο δείγμα ευφυΐας. αυτό που εμπεριέχεται στη συγκεκριμένη κόλλα του τεστ. Ο Baker (2001) τονίζει την αδυναμία των ερευνών να εξετάσουν τη σχέση ανάμεσα στη διπλή γλωσσική ιδιοκτησία του ατόμου και σε όλα τα συστατικά που μπορεί να περιλαμβάνει ο ευρύς όρος «ευφυΐα». Παρά το ότι συχνά υπάρχει διάχυτη η αντίληψη ότι η σχέση μεταξύ διγλωσσίας και ευφυΐας είναι αρνητική, πρόσφατες έρευνες θεωρούν ότι κάτι τέτοιο αποτελεί παρανόηση και οι μελετητές υποστηρίζουν ότι μπορούμε να αναμένουμε μια πιο θετική σχέση διγλωσσίας και γνωστικής λειτουργίας, ειδικά στην περίπτωση των αμφιδύναμα δίγλωσσων (Baker, 2001). Η Romaine (1989), υποστηρίζει ότι το ερώτημα αναφορικά με το αν υπάρχουν γνωστικά οφέλη στα δίγλωσσα άτομα, παραμένει αναπάντητο, καθώς φαίνεται ότι η σχέση που διέπει διγλωσσία και ευφυΐα επηρεάζεται από κοινωνικούς παράγοντες.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6126784924047014371-4234971906964182180?l=alexandrospapanis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/feeds/4234971906964182180/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/blog-post_9553.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/4234971906964182180'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/4234971906964182180'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/blog-post_9553.html' title='Διγλωσσία και ευφυία  Αλέξανδρος Παπάνης, ΕΕΔΙΠ Πολυτεχνείου Θράκης'/><author><name>Δρ. Αλέξανδρος Παπάνης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14387444323366524626</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='30' src='http://4.bp.blogspot.com/_aMH3uwQ9geM/SsEoryw5D_I/AAAAAAAAABg/OLQ43IaXIZc/S220/IMG_0119.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6126784924047014371.post-3454637347089550947</id><published>2009-09-09T11:44:00.000-07:00</published><updated>2009-09-09T11:45:25.550-07:00</updated><title type='text'>Ο ρόλος του εκπαιδευτή στην εκπαίδευση ενηλίκων  Αλέξανδρος Παπάνης, Διδάσκων Αγγλικής Γλώσσας (ΕΕΔΙΠ Ι)στην Πολυτεχνική Σχολή Ξάνθης</title><content type='html'>Εισαγωγή&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στις μέρες μας ολοένα και περισσότερο γίνεται αντιληπτή η παραδοχή ότι η εκπαίδευση είναι στο μεγαλύτερο μέρος της μια ομαδική διαδικασία που συμβαίνει στο χώρο των δι-υποκειμενικών σχέσεων. Ο εκπαιδευτής δεν έχει το ρόλο του αναμεταδότη γνώσεων, αλλά του υποκινητή της αναζήτησής τους εκ μέρους των εκπαιδευομένων, του εμψυχωτή της ομαδικής εκπαιδευτικής διαδικασίας, του διευκολυντή της ομάδας. Ως συντονιστής της εκπαιδευτικής διαδικασίας έχει την υποχρέωση να εντοπίζει όλα εκείνα τα φαινόμενα που σχετίζονται με τη δυναμική των σχέσεων που δημιουργούνται μέσα στην ομάδα (λ.χ τις αναστολές, την αδράνεια, τις αντιστάσεις απέναντι στο καινούργιο, τις εμφανείς ή τις υπόγειες αντιπαραθέσεις κτλ).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κυρίως Θέμα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;1.α. Ο ρόλος του εκπαιδευτή μέσα από τις θεωρίες της «ανδραγωγικής», της «κοινωνικής αλλαγής» και της «μετασχηματίζουσας μάθησης».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος του εκπαιδευτή είναι ιδιαίτερα εμψυχωτικός και διευκολυντικός. Συνοψίζοντας τις έξι παραδοχές της ανδραγωγικής προσέγγισης του Knowles (Knowles, 1978), ο εκπαιδευτής του παραδείγματος οφείλει να προσεγγίσει τις δύο εθελόντριες με στόχο να τις εμψυχώσει ώστε να μοιρασθούν τις εμπειρίες, τα προβλήματα και τις δυσκολίες τις οποίες ενδεχομένως αντιμετωπίζουν στο ρόλο τους ως εκαπιδευόμενες, πάντοτε όμως σε στενή σχέση και συνάρτηση με τη μάθηση της γλώσσας, με το πώς ενσωματώνουν την ελληνική στις καθημερινές τους συναλλαγές και σε συνδυασμό με τη σοβαρή έλλειψη χρόνου λόγω των οικογενειακών υποχρεώσεων τους. Προσεγγίζοντας με ενσυναίσθηση τις δύο μετανάστριες ο εκπαιδευτής οφείλει να προσφέρει ανακούφιση και βοήθεια στην αντιμετώπιση του άγχους αλλά και των ενοχών που αισθάνονται λόγω της ελλιπούς, ίσως, ενασχόλησής τους με τη γλώσσα. Εν συνεχεία η ομάδα μπορεί να προχωρήσει στη συλλογική επεξεργασία των προβλημάτων κατά την εκμάθηση της ελληνικής μέσα από την ανταλλαγή πληροφοριών, εμπειριών και συναισθημάτων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατά τον Freire o ρόλος του εκπαιδευτή είναι διαμεσολαβητικός και πρώτιστο μέλημά του είναι η ανάπτυξη ενός πραγματικού διαλόγου με τους εκπαιδευόμενους (Κόκκος,2005). Σύμφωνα με τη θεωρία της κοινωνικής αλλαγής ο εκπαιδευτής εισαγάγει ένα κρίσιμο ζήτημα για συζήτηση, π.χ η έλλειψη χρόνου που αντιμετωπίζουν οι μετανάστριες-εκπαιδευόμενες λόγω των πολλών οικογενειακών τους υποχρεώσεων. Εκπαιδευτής και εκπαιδευόμενες διερευνούν το θέμα (διερευνητικό στάδιο) και διαπιστώνουν ότι το άγχος είναι αποτέλεσμα της επιτακτικής ανάγκης να μάθουν ελληνικά σε σύντομο χρονικό διάστημα, προκειμένου να ανταποκριθούν άμεσα στις ανάγκες της καθημερινής επιβίωσής τους (θεματικό στάδιο). Στη συνέχεια ο εκπαιδευτής τις προσκαλεί να σκεφτούν κριτικά και να προτείνουν εναλλακτικές λύσεις προκειμένου να αποφορτιστεί η πίεση, μέσω π.χ της δημιουργίας περισσοτέρων και πιο εντατικών προγραμμάτων εκμάθησης της ελληνικής για μετανάστες (στάδιο προβληματισμού).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατά τον Mezirow (1991) ο ρόλος του εκπαιδευτή είναι να υποστηρίζει τους εκπαιδευόμενους στη διερεύνηση των δυσλειτουργικών παραδοχών και πρακτικών και η κατανόηση της εμπειρίας τους μέσα από διαφορετικές οπτικές πλευρές. Στόχος της εκπαίδευσης, στο συγκεκριμένο παράδειγμα, θα μπορούσε να είναι η κατανόηση από τις μετανάστριες της θέσης τους στην ελληνική κοινωνία, οι δυνατότητες που τους προσφέρονται για καταξίωση και κοινωνική εξέλιξη μέσα από την εκμάθηση της γλώσσας κτλ. Ο εκπαιδευτής διερευνά ωστόσο πρώτα τις δικές του παραδοχές σε σχέση λ.χ με τη στάση του απέναντι στη γενική θέση των μεταναστών στην ελληνική πραγματικότητα και στη συνέχεια ενθαρρύνει τις συμμετέχουσες στην ομάδα να ανατρέξουν στα δικά τους βιώματα και συναισθήματα, να εντοπίσουν ποια από αυτά είναι δυσλειτουργικά και να καταγράψουν τους τρόπους με τους οποίους μπορούν οι εμπειρίες του παρελθόντος να μετασχηματισθούν και να αξιολογηθούν με βάση τη νέα πραγματικότητα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;1.β. Τα όρια της εκπαιδευτικής σχέσης μεταξύ εκπαιδευτή και εκπαιδευόμενου και οι διαφορές των εκπαιδευτικών από τις θεραπευτικές ομάδες .&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μέχρι τώρα έχει γίνει συχνά λόγος για το ρόλο του εκπαιδευτή ως εμψυχωτή. Ωστόσο στις κοινωνικά ευπαθείς ομάδες, όπως οι μετανάστριες του παραδείγματος, ο ρόλος αυτός του εκπαιδευτή μπορεί να προσλάβει και μια άλλη διάσταση: αυτή του θεραπευτή- συμβούλου. Σε μια τέτοια ομάδα είναι πιθανόν κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής πράξης να αναδειχθούν και άλλες παράμετροι προβλημάτων που αφορούν σοβαρά προσωπικά, κοινωνικά ή οικογενειακά προβλήματα, (Παπαβασιλείου, 2005), όπως λ.χ η συστηματική κακοποίηση μιας εκπαιδευομένης από το σύντροφό της. Στη περίπτωση αυτή κύριο μέλημα του εκπαιδευτή είναι αφενός μεν να συζητήσει ιδιαιτέρως το πρόβλημα της μετανάστριας, αφετέρου δε να κινητοποιήσει το αρμόδιο κοινωνικό δίκτυο της περιοχής του, ώστε να παραπέμψει την εκπαιδευόμενη για μεγαλύτερη και πιο εξειδικευμένη υποστήριξη και βοήθεια. Ενδεχομένως θα μπορούσε να ενημερώσει τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές για τη βάναυση συμπεριφορά του συντρόφου, ώστε να ληφθούν τα κατάλληλα αποτρεπτικά μέτρα. Ωστόσο είναι ανάγκη να διασαφηνισθεί ο κίνδυνος που ελλοχεύει να μετατραπούν τελικώς οι εκπαιδευτικές ομάδες σε θεραπευτικές. Στις θεραπευτικές ομάδες υπάρχουν ατομικά αιτήματα για θεραπεία, όπως η αντιμετώπιση σοβαρών ενδο-προσωπικών και δια-προσωπικών προβλημάτων. Αντίθετα, στις εκπαιδευτικές ομάδες οι εκπαιδευόμενοι συμμετέχουν έχοντας ατομικά αιτήματα, ωστόσο αυτά αφορούν στην απόκτηση περαιτέρω γνώσεων και ικανοτήτων, οι οποίες θα τους βοηθήσουν στην εξέλιξή τους. Εάν ο εκπαιδευτής δεν αντιληφθεί εγκαίρως τη διαφορά, τότε θα αντιμετωπίσει το κίνδυνο να μετατρέψει την ομάδά του σε θεραπευτική, όπως στην περίπτωση του παραδείγματός μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;2. Προσωπική άποψη για τον τρόπο διαχείρισης της συγκεκριμένης κατάστασης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η πληθυσμιακή ομάδα των μεταναστών ορίζεται ως μια ευπαθής κοινωνική ομάδα που απειλείται από κοινωνικό αποκλεισμό. Ως αποτέλεσμα, οι μετανάστες εντάσσονται στις κοινωνικά χαμηλότερες τάξεις με τα μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας. (Ραγκούσης, 1992). Φυσική συνέπεια είναι η δημιουργία αισθημάτων αγωνίας, ανασφάλειας, επιφυλακτικότητας και άγχους, τα οποία ενισχύουν την απομόνωση. Τα προγράμματα ελληνικής γλώσσας καλούνται να διευκολύνουν την κοινωνική ενσωμάτωση και την απορρόφησή τους στην αγορά εργασίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βασιζόμενος σε αυτά τα δεδομένα ο εκπαιδευτής θα πρέπει αρχικά να επιχειρήσει τη διερεύνηση των ειδικών αναγκών της ομάδας του. Οι μετανάστριες έχουν προσέλθει στο πρόγραμμα εκμάθησης της ελληνικής με συγκεκριμένες προθέσεις, στόχους αλλά και προσδοκίες για τη βελτίωση των βιοτικών τους συνθηκών (Rogers, 1999). Επομένως, η συγκέντρωση στοιχείων που αφορούν το μορφωτικό τους επίπεδο, των επαγγελματικών εμπειριών, της οικογενειακής κατάστασης, των πολιτισμικών διαφορών και του επιπέδου γνώσης της ελληνικής – όλα αυτά κρίνονται απαραίτητα προκειμένου να διαμορφωθεί το «μαθησιακό συμβόλαιο».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λαμβάνοντας υπόψη τα εξωτερικά (όπως οι επαγγελματικές υποχρεώσεις) αλλά και τα εσωτερικά (άγχος, φόβος γελοιοποίησης, χαμηλή αυτοεκτίμηση) εμπόδια που σχετίζονται με το πρόγραμμα, επόμενος στόχος είναι η καλλιέργεια νέων στάσεων και συμπεριφορών ή η τροποποίηση των υπαρχουσών, μέσω της αποδόμησης προκαταλήψεων που ίσως υπάρχουν για την ελληνική κοινωνία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακολουθεί η ορθή επιλογή περιεχομένων, όπως η σύνδεση του περιεχομένου με την προηγούμενη γνώση και την εμπειρία των εκπαιδευομένων, αλλά και με την καθημερινή τους πραγματικότητα (Zemke &amp; Zemke, στη Παπαβασιλείου, 2005). Τέλος, επιλέγονται οι κατάλληλες εκπαιδευτικές μέθοδοι και τεχνικές, όπως αυτές που προάγουν την ενεργητική μάθηση, τις ομάδες εργασίας, το παίξιμο ρόλων που θα ανταποκρίνονται στις άμεσες και καθημερινές τους ανάγκες όπως η συμπλήρωση αιτήσεων, η περιγραφή εικόνων, η ανάλυση καθημερινών καταστάσεων, οι συναλλαγές με δημόσιες υπηρεσίες κτλ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επίλογος&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν οι εκπαιδευτικοί στόχοι τίθενται από την εναρκτήρια κιόλας συνάντηση και προωθούνται μέσα από τη ουσιαστική αλληλεπίδραση εκπαιδευτή και εκπαιδευομένων, την έκφραση των συναισθημάτων τους, τη συνεργατικότητα, την ομαδικότητα, την αμοιβαιότητα, τότε οικοδομείται η εμπιστοσύνη τόσο προς τον εκπαιδευτή όσο και προς τους λοιπούς εκπαιδευομένους, καλλιεργείται η συνεργασία μεταξύ των συμμετεχόντων, ενισχύεται ο παραμερισμός των τυχόν φόβων, ανησυχιών και ενοχών – με άλλα λόγια διαμορφώνεται και «υπογράφεται» το λεγόμενο “εκπαιδευτικό συμβόλαιο”.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βιβλιογραφία&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;1) Knowles, M.S (1978), The Adult Learner: A Neglected Species, 2nd Edition, Huston.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;2) Κόκκος, Α. (2005) Εκπαίδευση Ενηλίκων: Ανιχνεύοντας το πεδίο, Μεταίχμιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;3) Mezirow, J (1991) Transformative Dimensions of Adult Learning, San Francisco.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;4) Παπαβασιλείου, Ι. (2005) Εκπαίδευση Ενηλίκων και εκμάθηση της ελληνικής ως ξένης γλώσσας, Περιοδικό Εκπαίδευση Ενηλίκων, Τεύχος 4, 2005.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;5)Zemke &amp; Zemke (1995) Adult Learning: What do we know for sure? στο Παπαβασιλείου, Ι. (2005) Εκπαίδευση Ενηλίκων και εκμάθηση της ελληνικής ως ξένης γλώσσας, Περιοδικό Εκπαίδευση Ενηλίκων, Τεύχος 4, 2005.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;6) Ραγκούσης Α (1992) Η κατάσταση της απασχόλησης των Ελλήνων Ποντίων μεταναστών από την Πρώην Σοβιετική Ένωση. Κέντρο Μορφολογίας και Κοινωνικής Πολιτικής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;7) Rogers, (1999) Η εκπαίδευση ενηλίκων, Αθήνα, Μεταίχμιο.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6126784924047014371-3454637347089550947?l=alexandrospapanis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/feeds/3454637347089550947/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/blog-post_7972.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/3454637347089550947'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/3454637347089550947'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/blog-post_7972.html' title='Ο ρόλος του εκπαιδευτή στην εκπαίδευση ενηλίκων  Αλέξανδρος Παπάνης, Διδάσκων Αγγλικής Γλώσσας (ΕΕΔΙΠ Ι)στην Πολυτεχνική Σχολή Ξάνθης'/><author><name>Δρ. Αλέξανδρος Παπάνης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14387444323366524626</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='30' src='http://4.bp.blogspot.com/_aMH3uwQ9geM/SsEoryw5D_I/AAAAAAAAABg/OLQ43IaXIZc/S220/IMG_0119.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6126784924047014371.post-7736787793601329978</id><published>2009-09-09T11:42:00.001-07:00</published><updated>2009-09-09T11:42:46.803-07:00</updated><title type='text'>Διγλωσσία</title><content type='html'>Δρ Αλέξανδρος Παπάνης, ΕΕΔΙΠ Πολυτεχνικής Σχολής Ξάνθης&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μορφές διγλωσσίας σύμφωνα με  γλωσσολογικά κριτήρια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Bialystok (1991 στη Δέδε, 2005) σε μια λεπτομερή ανασκόπηση της βιβλιογραφίας στην οποία προέβη κατέγραψε τρεις ερευνητικές προσεγγίσεις όσον αφορά τη γλωσσική ανάπτυξη και οι οποίες αντιστοιχούσαν σε γλωσσολογικές, κοινωνιογλωσσολογικές και ψυχογλωσσολογικές απόψεις. Έτσι, α) η γλωσσολογική προσέγγιση εστιάζει κυρίως στην πορεία της εκμάθησης της δεύτερης γλώσσας και στηρίζεται στην πεποίθηση ότι αυτή ακολουθεί την ίδια ακριβώς πορεία που ακολουθήθηκε κατά την εκμάθηση της πρώτης γλώσσας β) η κοινωνιογλωσσολογική     &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;προσέγγιση εξετάζει το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συντελείται η εκμάθηση και η χρήση της δεύτερης γλώσσας και γ) η ψυχογλωσσολογική προσέγγιση εξετάζει τη σημασία που έχουν για την εκμάθηση της δεύτερης γλώσσας παράγοντες όπως η στάση του ατόμου απέναντι στη δεύτερη γλώσσα, το κίνητρο που έχει ο ίδιος καθώς και ο τρόπος διδασκαλίας της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Wode (1993, αναφορά στην Τριάρχη-Herrmann, 2000) διακρίνει τέσσερις βασικές μορφές γλωσσικής ανάπτυξης: 1) τη μονόγλωσση γλωσσική ανάπτυξη, δηλαδή την κατάκτηση της πρώτης γλώσσας, &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;2) την πολύγλωσση γλωσσική ανάπτυξη, δηλαδή την ταυτόχρονη κατάκτηση δύο ή περισσότερων γλωσσών ως πρώτων γλωσσών, 3) την φυσική κατάκτηση μιας δεύτερης γλώσσας, δηλαδή την κατάκτηση μιας δεύτερης γλώσσας κάτω από φυσικές συνθήκες (μέσω της επαφής με μητρικούς ομιλητές της γλώσσας αυτής) εφόσον έχει αρχίσει ή έχει ολοκληρωθεί η κατάκτηση της πρώτης γλώσσας και τέλος 4) την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας, όπου η κατάκτηση μιας δεύτερης ή τρίτης γλώσσας γίνεται μέσω σχολικού ή φροντιστηριακού μαθήματος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Klein (1984) αναφέρει και μια πέμπτη μορφή γλωσσικής ανάπτυξης, την οποία ονομάζει «επανάκτηση» της γλώσσας και πρόκειται για τη γλωσσική διαδικασία που πραγματοποιείται όταν ένα άτομο θελήσει να κατακτήσει πάλι μια γλώσσα την οποία έπαψε τα τελευταία χρόνια να χρησιμοποιεί ενεργά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γενικά, η ανάπτυξη της διγλωσσίας κατά την παιδική ηλικία μπορεί να είναι ταυτόχρονη ή διαδοχική (βλέπε  ενότητα 2.2.1: Μορφές διγλωσσίας με γλωσσολογικά κριτήρια). Κατά τον Baker (2001) η ταυτόχρονη ανάπτυξη αναφέρεται στην ταυτόχρονη πρόσκτηση από το παιδί δύο γλωσσών, σε πρώιμο στάδιο της ζωής του. Η πρόσκτηση αυτή γίνεται με φυσικό και αβίαστο τρόπο, χωρίς συστηματική διδασκαλία.  Κατά τον Arnberg (1987) τα δίγλωσσα παιδιά ακολουθούν, σε αυτήν την φάση, τα ίδια αναπτυξιακά στάδια με τα μονόγλωσσα, χωρίς να προκαλούνται προβλήματα. Σταδιακά τα παιδιά αρχίζουν να διαχωρίζουν τα δύο γλωσσικά συστήματα, όχι μόνο δομικά, αλλά και λειτουργικά. Η βαθμιαία αυτή διαφοροποίηση λαμβάνει χώρα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, δηλαδή πρώτα διαχωρίζονται τα φωνολογικά και λεξιλογικά συστήματα και έπειτα το συντακτικό. Οι Galambos &amp; Goldin-Meadow (1990) υποστηρίζουν ότι από την ηλικία των τεσσάρων και άνω αρχίζουν οι πρώτες μεταγλωσσικές ικανότητες, όπως σποραδικές μεταφράσεις, ερωτήσεις για μετάφραση λέξεων κλπ.  &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στη διαδοχική ανάπτυξη το παιδί μαθαίνει πρώτα τη μια γλώσσα (π.χ στο οικογενειακό περιβάλλον) και έπειτα τη δεύτερη, η οποία συνήθως γίνεται με συστηματική διδασκαλία στο σχολείο. Τώρα το παιδί είναι πιο ώριμο γνωστικά και έχει ήδη αποκτήσει εμπειρία σε ένα γλωσσικό σύστημα, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιεί, στα αρχικά στάδια βέβαια, ακόμη και τυποποιημένες εκφράσεις στη δεύτερη γλώσσα. ΄Όπως παρατηρεί, ωστόσο, ο Poulisse (1997 στη Δέδε 2005) η γλωσσική παραγωγή στη δεύτερη γλώσσα φαίνεται ότι διαφέρει από την παραγωγή της πρώτης ως προς το ότι η γνώση της δεύτερης γλώσσας δεν είναι πλήρης, οι διαδικασίες δεν είναι αυτοματοποιημένες και οι δυο γλώσσες εναλλάσσονται σκόπιμα ή μη. Οι αρχάριοι συνήθως παράγουν προτάσεις που είναι μικρότερες από ό,τι στην πρώτη τους γλώσσα, παρουσιάζουν δυσκολία στην έκφρασή τους γιατί έχουν  μικρότερο λεξιλόγιο και όχι καλά αναπτυγμένη γραμματική και συνεπώς συχνά καταφεύγουν σε άλλες στρατηγικές για να εκφραστούν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπως είπαμε, η ατομική διγλωσσία (bilingualism) αναφέρεται στο άτομο ως μονάδα, ενώ η κοινωνική διγλωσσία (diglossia) απευθύνεται σε ένα κοινωνικοπολιτιστικό φαινόμενο. Όσον αφορά στην τελευταία (diglossia), οι γλώσσες ανάλογα μπορούν να χρησιμοποιούνται για διαφορετικούς λόγους ή να έχουν διαφορετικό κύρος ή ισχύ (Baker &amp; Jones,1998). Υπάρχουν οι γλώσσες της πλειοψηφίας (majority languages) και οι γλώσσες της μειοψηφίας (minority languages). Ανάλογα με την εκπαιδευτική πολιτική κάθε κράτους θεσπίζεται μια ή περισσότερες επίσημες γλώσσες που θα ισχύουν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στις δημόσιες υπηρεσίες και στην εκπαίδευση, ενώ οι ανεπίσημες γλώσσες θα χρησιμοποιούνται είτε για προσωπικούς είτε για θρησκευτικούς λόγους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Fishman (1976, αναφορά στον Δαμανάκη) συνδυάζει τα δύο αυτά είδη διγλωσσίας καταλήγοντας σε τέσσερις περιπτώσεις. Στην πρώτη περίπτωση μπορεί να υπάρχει ταυτόχρονα κοινωνική διγλωσσία αλλά και ατομική, όπου και οι δύο γλώσσες μπορούν να χρησιμοποιηθούν οπουδήποτε μαζί. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στη δεύτερη περίπτωση - την οποία θα αναλύσουμε κάπως διεξοδικότερα, αφού εδώ εντάσσεται η Ελλάδα - παρουσιάζεται ατομική διγλωσσία χωρίς κοινωνική διγλωσσία. Αυτό σημαίνει ότι ενώ υπάρχουν άτομα ή ομάδες (π.χ παροικίες μεταναστών) που χρησιμοποιούν δύο γλώσσες, η κοινωνία στο σύνολό της και οι κοινωνικοί θεσμοί λειτουργούν μονόγλωσσα. Σύμφωνα με τον Δαμανάκη (2001) στην Ελλάδα οι γλώσσες προέλευσης των μεταναστών, των παλιννοστούντων και των αλλοδαπών περιορίζονται στην οικογένεια ή στο στενό κοινωνικό κύκλο, αφού η εκπαιδευτική πολιτική της χώρας δεν αφήνει, κατ’ αυτόν, περιθώρια για λήψη μέτρων που να κινούνται στη λογική της κοινωνικής διγλωσσίας. Εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα αποτελεί η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, όπου η τουρκική γλώσσα παίζει ένα αποφασιστικό εκπαιδευτικό ρόλο και η οποία κατοχυρώνεται από το status της μουσουλμανικής μειονότητας. Ωστόσο κι εδώ, τα Ελληνικά είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για επαγγελματική και κοινωνική ανέλιξη των μελών της μειονότητας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η τρίτη περίπτωση, δηλαδή η εμφάνιση κοινωνικής διγλωσσίας χωρίς ατομική διγλωσσία, αναφέρεται σε καταστάσεις όπου υπάρχει μεν κοινωνική διγλωσσία, όμως τα μέλη της συγκεκριμένης κοινωνίας δεν ομιλούν οπωσδήποτε και τις δύο γλώσσες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τέλος, συμβαίνει να μην υπάρχει ούτε κοινωνική αλλά ούτε και ατομική διγλωσσία. Εδώ έχουμε να κάνουμε με κοινωνίες μονόγλωσσων, που μιλούν τη ντόπια γλώσσα, όπως στην  Πορτογαλία. Εδώ ανήκουν επίσης και χώρες όπως η Νέα Ζηλανδία, οι οποίες έχουν επίσημη γλώσσα μόνο τα αγγλικά, ενώ η τοπική γλώσσα εξαλείφθηκε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Παυλίδου (1995) αναφερόμενη στο φαινόμενο της διπλογλωσσίας (bilingualism) ή πολυγλωσσίας (multilingualism), τονίζει πως σε γλωσσικά ετερογενείς χώρες μια γλώσσα δέχεται επιδράσεις από τις άλλες γλώσσες με τις οποίες συνυπάρχει. Σύμφωνα με την Παυλίδου, ως ειδική περίπτωση γλωσσών ή γλωσσικών ποικιλιών σε επαφή μπορεί να θεωρηθεί η διγλωσσία (diglossia), διότι σε γλωσσικές κοινότητες με διγλωσσία γίνεται σταθερή χρήση δύο ποικιλιών της ίδιας γλώσσας (ή και διαφορετικών γλωσσών).  πρόκειται για τη χαμηλή (L (ow) – variety, π.χ η δημοτική γλώσσα) και την υψηλή (H (igh) – variety, π.χ η καθαρεύουσα) ποικιλία. Η πρώτη είναι η φυσική γλώσσα όλων των μελών της γλωσσικής κοινότητας και αυτή που χρησιμοποιείται καθημερινά στην προφορική επικοινωνία, ενώ η δεύτερη δεν μπορεί να αποκτηθεί σε φυσικό περιβάλλον, αλλά διδάσκεται στο σχολείο. Υπάρχει διαφοροποίηση των δύο γλωσσικών ποικιλιών ως προς τη λειτουργικότητά τους αλλά και ως προς το γόητρό τους, καθώς όλα τα μέλη μιας διγλωσσικής κοινότητας θεωρούν την υψηλή ποικιλία «καλύτερη» ή «ανώτερη». Κοινή παραδοχή ορισμένων ερευνητών (Σκούρτου 1997, Παυλίδου 1995, Τριάρχη-Herrmann 2000, Φραγκουδάκη 1993), αποτελεί η άποψη ότι τα κριτήρια για τη θέση της ισχυρής γλώσσας δεν βασίζονται στη δομή της γλώσσας, αλλά στο εξωγλωσσικό κοινωνικό μέγεθος του «κύρους» που κατέχει μια γλώσσα ή μια μορφή γλώσσας. Ωστόσο η σύγχρονη γλωσσολογία έχει καταρρίψει το μύθο της «ανωτερότητας» ορισμένων γλωσσών ή διαλέκτων και τοποθετεί όλους τους ομιλητές μιας γλώσσας σε ισότιμη βάση (Γαβριηλίδου, 2000).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στη λειτουργική διγλωσσία αναφέρεται και ο Fishman, (1980) ο οποίος κάνει τη διάκριση μεταξύ της γλωσσικής ικανότητας από τη μια και της λειτουργικότητας της διγλωσσίας από την άλλη. Μ ε τον όρο λειτουργική διγλωσσία εννοεί τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί κάποιος την ικανότητά του να χειρίζεται δύο γλώσσες και η οποία αφορά στο πότε, πού και με ποιον χρησιμοποιούν οι άνθρωποι τις δύο γλώσσες τους. Αντίθετα, η γλωσσική ικανότητα είναι ένας ευρύτερος όρος, που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια εσωτερική, διανοητική αναπαράσταση της γλώσσας, περισσότερο άδηλη παρά έκδηλη (Baker 2001) και  περιστρέφεται γύρω από την επιτυχία στο σχολείο και την ακαδημαϊκή επίδοση.  &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σύμφωνα με τους Baker &amp; Jones (1997) η διγλωσσία διακρίνεται σε δύο τύπους ανάλογα με την ηλικία  που μαθαίνει κάποιος τη δεύτερη γλώσσα: είναι η ταυτόχρονη και η διαδοχική διγλωσσία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ταυτόχρονη διγλωσσία (simultaneous bilingualism) συμβαίνει, όταν το παιδί εκτίθεται σε δύο γλώσσες από τη γέννηση του και μαθαίνει να τις μιλά και τις δύο. Αυτό συμβαίνει είτε γιατί μέσα στην οικογένεια λειτουργούν και τα δύο γλωσσικά συστήματα είτε γιατί τα δύο γλωσσικά συστήματα υπάρχουν στην οικογένεια και στο άμεσο περιβάλλον του παιδιού. Παιδιά μικτών γάμων ή παιδιά μειονοτήτων είναι συνήθως ταυτόχρονα δίγλωσσα. Χαρακτηριστικό της ταυτόχρονης διγλωσσίας είναι ότι συνήθως δεν υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ της μητρικής και της δεύτερης γλώσσας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στη διαδοχική διγλωσσία (consecutive bilingualism), αντίθετα, το παιδί γνωρίζει πρώτα την μητρική του γλώσσα, η οποία έχει σταθεροποιηθεί κι έπειτα έρχεται σε επαφή με κάποια άλλη γλώσσα που ομιλείται στον κοινωνικό περίγυρο. Όπως παρατηρεί η Τριάρχη (2000) διαδοχική διγλωσσία συνήθως παρουσιάζουν τα παιδιά που για διαφόρους λόγους αλλάζουν τόπο διαμονής (μετά το τρίτο έτος της ηλικίας τους) και ζουν σε μια χώρα της οποίας η γλώσσα είναι διαφορετική από τη μητρική. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Τριάρχη- Herrmann (2000) προχωρεί σε μια περαιτέρω διάκριση του φαινομένου της διγλωσσίας και κάνει λόγο για την πρώιμη διγλωσσία, όταν δηλαδή η δεύτερη γλώσσα μαθαίνεται στην προεφηβική ηλικία, και για τη μεταγενέστερη διγλωσσία, όταν δηλαδή η Γ2 μαθαίνεται κατά την εφηβική ηλικία ή μετά από αυτή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ίδια επίσης και με βάση τον τρόπο κατάκτησης της δεύτερης γλώσσας αναφέρεται στην φυσική και στην πολιτισμική διγλωσσία (Skutnabb-Kangas &amp; Toukomma, 1976 αναφορά στην Τριάρχη, 2000). Ο όρος φυσική διγλωσσία αναφέρεται στην κατάκτηση της δεύτερης γλώσσας μέσω της καθημερινής επικοινωνίας με φυσικούς, μητρικούς ομιλητές, χωρίς να υπάρχει παράλληλα φροντιστηριακό μάθημα στη δεύτερη γλώσσα. Ο στόχος της φυσικής διγλωσσίας είναι η αλληλοκατανόηση και η άμεση επικοινωνία με άτομα μιας άλλης γλώσσας, χωρίς να δίνεται βαρύτητα στην αλάνθαστη απόκτηση της γλωσσικής ικανότητας. Αντίθετα, ο όρος πολιτισμική ή τεχνητή ή κατευθυνόμενη διγλωσσία αναφέρεται στην κατάκτηση μιας δεύτερης γλώσσας μέσω συστηματικής μάθησης, π.χ υπό τη μορφή ενός φροντιστηριακού ή σχολικού μαθήματος. Ο στόχος εδώ είναι αόριστος και απροσδιόριστος και σκοπεύει στην αλάνθαστη κατοχή της δεύτερης γλώσσας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια ενδιαφέρουσα και πολύ σημαντική διάκριση της διγλωσσίας γίνεται και από τον Paulston (1980, αναφορά στην Τριάρχη, 2000), ο οποίος αντιπαραβάλλει την ελιτίστικη με τη λαϊκή διγλωσσία.  Η ελιτίστικη διγλωσσία υπάρχει όταν ένα άτομο μαθαίνει μια άλλη ή άλλες γλώσσες για διαφόρους λόγους, όπως είτε επειδή αυτό αποτελεί στοιχείο μόρφωσης και πολιτισμού,  είτε για να έχει τη δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας με τον πολιτισμό και τους ομιλητές της δεύτερης γλώσσας, είτε επειδή αυτό επιβάλλουν οι επαγγελματικοί του στόχοι κτλ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αντίθετα, στη λαϊκή διγλωσσία, το άτομο αναγκάζεται να κατακτήσει μια δεύτερη γλώσσα για να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις προκλήσεις και τις απαιτήσεις της καθημερινής τους ζωής. Αυτό μπορεί να συμβεί επειδή η δεύτερη γλώσσα είναι απαραίτητη στην εργασία του ή στην επαφή του με  τις δημόσιες υπηρεσίες και αρχές ή στη συμμετοχή του στις κοινωνικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται στο περιβάλλον του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της λαϊκής διγλωσσίας κατά την Τριάρχη και το οποίο αναφέρεται άμεσα στα άτομα-στόχο της παρούσας έρευνας είναι τα άτομα των γλωσσικών μειονοτήτων, όπως η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης.  Η γλώσσα που στα άτομα αυτά είναι αναγκαία κατά την καθημερινή επικοινωνία τους με το άμεσο και έμμεσο περιβάλλον δεν είναι μόνο η μητρική τους γλώσσα (στην περίπτωσή μας η τουρκική ή η πομακική).  &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μονόπλευρη ή υπερισχύουσα  διγλωσσία είναι εκείνη στην οποία εντοπίζεται υπεροχή στη μητρική ή στη δεύτερη γλώσσα αντίστοιχα. Το άτομο κατέχει σε ικανοποιητικό βαθμό και τις δύο γλώσσες όμως ο βαθμός κατοχής στη μία είναι σημαντικά ανώτερος (Stolting (1980) αναφορά στο Δαμανάκη, 1997). Σε αντιδιαστολή με την υπερισχύουσα διγλωσσία έρχεται η αμφιδύναμη ή ισορροπημένη διγλωσσία με την οποία εννοούμε την κατάσταση κατά την οποία το άτομο κατέχει άριστα δύο γλώσσες (Stolting, αναφορά στο Δαμανάκη, 1997).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο σημείο αυτό θα αποτελούσε παράλειψη να μην αναφερθούμε σε ένα ακόμα είδος διγλωσσίας που πρώτος εισήγαγε ο Diebold (1964) και αναφέρεται στην αρκτική διγλωσσία, και η οποία επιτρέπει σε άτομα με ελάχιστη επάρκεια σε μια δεύτερη γλώσσα να συμπεριληφθούν στη μεγάλη κατηγορία των δίγλωσσων. Παράδειγμα αυτού του είδους διγλωσσίας αποτελούν ασφαλώς οι τουρίστες, οι οποίοι με δύο – τρεις λέξεις που ίσως γνωρίζουν σε μια δεύτερη γλώσσας δύνανται να θεωρηθούν ως αρκτικοί δίγλωσσοι.       &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γενικά, από τα παραπάνω μπορούμε να συμπεράνουμε ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποφασίσουμε ποιος είναι και ποιος δεν είναι δίγλωσσος. Η απλή κατηγοριοποίηση είναι αυθαίρετη και αποτελεί αξιολογική κρίση σχετικά με την ελάχιστη αναγκαία επάρκεια, για να χαρακτηρισθεί κάποιος δίγλωσσος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ωστόσο, κατηγοριοποιήσεις και προσεγγίσεις της διγλωσσίας είναι απαραίτητες προκειμένου να κατανοήσουμε τις συνολικές διαστάσεις του φαινομένου. Στο πέρασμα του χρόνου η διγλωσσία έγινε αντικείμενο έρευνας για πολλούς επιστημονικούς κλάδους από τους οποίους προέκυψαν και οι διάφοροι ορισμοί της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Απαραίτητη παράμετρος για τη μελέτη, ανάλυση και κατανόηση του φαινομένου της διγλωσσίας είναι η αποσαφήνιση των όρων μητρική, δεύτερη και ξένη γλώσσα, και κατ’ επέκταση η εννοιολογική διαφοροποίηση των όρων κατάκτηση και εκμάθηση μιας γλώσσας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt; &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;2.2.2   Μορφές διγλωσσίας σύμφωνα με ψυχοκοινωνικά κριτήρια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Ψυχολογία εξετάζει τόσο τις διάφορες αλλαγές που παρατηρούνται σε κάθε γλωσσικό σύστημα λόγω της διγλωσσίας, όσο και τον τρόπο κατάκτησης των γλωσσικών συστημάτων ως προς τα διάφορα γλωσσικά επίπεδα, αποδίδοντας παράλληλα κάποιες ερμηνείες αυτών των διαδικασιών. Επιπρόσθετα, ασχολείται με τον τρόπο επίδρασης της διγλωσσίας κατά τη γνωστική, γλωσσική και συναισθηματική ανάπτυξη του ατόμου στην παιδική ηλικία, καθώς και με την  αποσαφήνιση για το ποια γλώσσα και σε ποια άτομα είναι ισχυρότερη και με ποια αιτιολογία συμβαίνει αυτό (Τριάρχη-Herrmann, 2000).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Baker (2001) αναδεικνύει και την κοινωνιογλωσσολογική παράμετρο της διγλωσσίας, δηλαδή την επίγνωση του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο χρησιμοποιείται η γλώσσα, η οποία εξασφαλίζει ότι η συγκεκριμένη γλώσσα αρμόζει στο άτομο και την περίσταση. Αυτό μπορεί να συνεπάγεται επίγνωση των διαφορών στην τοπική γεωγραφική διάλεκτο ή των διαφορών στις «ειδικές» γλώσσες (όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Baker, άλλη γλώσσα χρησιμοποιείται στην αίθουσα των συμβουλίων, στο μπαρ κτλ.). Επιπλέον, ένα άλλο μέρος της κοινωνιογλωσσικής ικανότητας είναι η ικανότητα του ατόμου να ερμηνεύει τις πολιτισμικές αναφορές και τα σχήματα λόγου. Έτσι, λ.χ για να καταλάβουμε μια συγκεκριμένη συζήτηση, χρειάζεται να γνωρίζουμε καλά τον πολιτισμό που εκφράζεται με μια ορισμένη γλώσσα. Μια ιδιωματική φράση της Αγιάσου Λέσβου όπως «σι καλά καρ(γ)ιά» (δηλαδή, «παράτα με, άσε με ήσυχο»), μπορεί να την κατανοήσει κάποιος απόλυτα μόνο αν γνωρίζει τις ντόπιες ιδιωματικές εκφράσεις που χαρακτηρίζουν τον τοπικό πολιτισμό του συγκεκριμένου χωριού της Μυτιλήνης. Δεν θα πρέπει να αγνοούνται ακόμα και οι κοινωνικές αλλαγές (π.χ μέσω της αστικοποίησης) που μεταβάλλουν τα κοινωνικά δίκτυα, τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και τα πρότυπα χρήσης της γλώσσας στις κοινότητες. Ανάλογα με τα νέα κοινωνικά περιβάλλοντα οι γλώσσες προσλαμβάνουν νέες μορφές και σημασίες και δημιουργούν νέα πρότυπα κοινωνικής αλληλεπίδρασης (Baker, 2001).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με βάση αυτά τα δεδομένα ο Δαμανάκης (2001) αναφέρεται στο διαχωρισμό της διγλωσσίας σε αθροιστική (ή προσθετική) και αφαιρετική. Στην αθροιστική διγλωσσία το παιδί εκτός «από τη μητρική του γλώσσα την οποία και συνεχίζει να καλλιεργεί, μαθαίνει μια δεύτερη γλώσσα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Cummins (2003) υποστηρίζει ότι η αθροιστική διγλωσσία μπορεί να επηρεάσει θετικά τόσο τη νοητική όσο και τη γλωσσική ανάπτυξη. Τα δίγλωσσα παιδιά επιδεικνύουν μεγαλύτερη ευαισθησία απέναντι στα γλωσσικά μηνύματα και μπορεί να είναι πιο ευέλικτα στη σκέψη τους από ό,τι τα μονόγλωσσα παιδιά. Στην προσπάθειά του να αποκτήσει τον έλεγχο δύο γλωσσικών συστημάτων, το δίγλωσσο παιδί χρειάζεται να αποκωδικοποιήσει πολύ περισσότερα γλωσσικά εισαγόμενα ερεθίσματα (input) από ό,τι το μονόγλωσσο παιδί. Με άλλα λόγια, όπως συμπληρώνει ο Cummins, τα δίγλωσσα παιδιά προσθέτουν στο ρεπερτόριο των δεξιοτήτων τους μια δεύτερη γλώσσα, χωρίς καμιά επιβάρυνση στην ανάπτυξη της πρώτης τους γλώσσας. Έτσι, τα παιδιά αυτά αρχίζουν να αποκτούν ένα σχετικά υψηλό επίπεδο, τόσο σε ευχέρεια λόγου, όσο και στο γραπτό λόγο (literacy) και στις δύο γλώσσες. Από την άλλη, τα δίγλωσσα παιδιά που δεν έχουν εκπαιδευτική υποστήριξη για ανάπτυξη του γραπτού λόγου στη Γ1 αναπτύσσουν μια αφαιρετική μορφή διγλωσσίας κατά την οποία οι δεξιότητες στη Γ1 αντικαθίστανται από τις δεξιότητες στη Γ2 (Wong Fillmore 1991b στον Cummins, 2003).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σύμφωνα με τον Lambert (1974) η αθροιστική διγλωσσία απαντάται όταν η προσθήκη μιας δεύτερης γλώσσας και κουλτούρας είναι απίθανο να αντικαταστήσει ή να παραγκωνίσει την πρώτη γλώσσα και κουλτούρα. Τα οφέλη της «προστιθέμενης αξίας» δεν είναι μόνο γλωσσικά και πολιτιστικά, αλλά οικονομικά και κοινωνικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ίδιος, με κριτήριο την επίδραση της διγλωσσίας κατά την παιδική ηλικία στους διάφορους αναπτυξιακούς τομείς του δίγλωσσου ατόμου, υποστηρίζει ότι υπάρχει μια θετική επιρροή της διγλωσσίας σε όλη την ανάπτυξη του ατόμου. Τα δύο γλωσσικά και πολιτισμικά συστήματα συνυπάρχουν αρμονικά σε ένα άτομο. Στο μοντέλο του ο Lambert (1974) ουσιαστικά συνδυάζει τα ατομικά και τα κοινωνικά στοιχεία της διγλωσσίας. Η θεωρία του ξεκινά με τις στάσεις και την κλίση του ατόμου για κάποια γλώσσα - δύο καθοριστικοί παράγοντες για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση της γλώσσας και την αποφυγή της φθοράς. (Lambert, 1974).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι δύο αυτοί παράγοντες οδηγούν με τη σειρά τους στα κίνητρα, δηλαδή στην ετοιμότητα του ατόμου για εκμάθηση μιας γλώσσας. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, είναι απαραίτητη η θετική στάση του ίδιου του ατόμου στην κατάκτηση των δύο γλωσσών. Εάν υπάρχουν αυτές οι προϋποθέσεις, τότε οδηγούμαστε στη δίγλωσση επάρκεια, ενώ ο παράγοντας που ακολουθεί είναι η αυτοαντίληψη και οι επιπτώσεις που αυτή έχει στην αυτοεκτίμηση και το Εγώ του. Στο τέλος του μοντέλου του Lambert (1974) έχουμε και εδώ την προσθετική και αφαιρετική διγλωσσία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προσθετική διγλωσσία προκύπτει όταν το άτομο κατακτάει μια δεύτερη γλώσσα με ελάχιστη ή καθόλου πίεση να αντικαταστήσει ή να περιορίσει με αυτή την πρώτη του γλώσσα. Στα πλαίσια της προσθετικής διγλωσσίας, το άτομο αποκτά ένα σύνολο γνωστικών, συναισθηματικών και κοινωνικών δεξιοτήτων που ενισχύουν ακόμη περισσότερο την αυτοαντίληψή του. Αντίθετα, όταν το άτομο βρίσκεται υπό πίεση να υποβιβάσει την πρώτη του γλώσσα, τότε μιλάμε πια για το φαινόμενο της αφαιρετικής διγλωσσίας. Γενικά θα συνοψίζαμε ότι το μοντέλο του Lambert υποβάλλει την άποψη ότι τόσο οι ατομικοί όσο και οι κοινωνικοί – πολιτιστικοί παράγοντες παίζουν σημαντικό ρόλο στην απόκτηση της διγλωσσίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Παπαπαύλου (1997) μιλώντας για την προσθετική διγλωσσία αναφέρει ότι, αν οι δύο γλώσσες έχουν υψηλό κύρος, η γνωστική ανάπτυξη του παιδιού θα ευνοηθεί, καθώς σε αυτή την περίπτωση θα αποκομίσει τα μέγιστα οφέλη από τις διγλωσσικές εμπειρίες, οι οποίες στη συνέχεια θα το οδηγήσουν σε μεγαλύτερη γνωστική ευελιξία σε σύγκριση με ένα μονόγλωσσο της ίδιας ηλικίας. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, δύο γλωσσικά και πολιτισμικά συστήματα συνυπάρχουν αρμονικά σε ένα άτομο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην περίπτωση της αφαιρετικής διγλωσσίας όμως η εκμάθηση της δεύτερης, πλειονοτικής γλώσσας μπορεί να υπονομεύσει τη μειονοτική, πρώτη γλώσσα και να αναπτυχθεί έτσι σε βάρος της μητρικής. Όπως σημειώνει ο Δαμανάκης (2001) το φαινόμενο αυτό παρατηρείται κυρίως στα παιδιά μεταναστών. Ο Baker (2001) υποστηρίζει ότι στην περίπτωση που η δεύτερη γλώσσα διαθέτει γόητρο και ισχύ και  χρησιμοποιείται κατ’ αποκλειστικότητα στην εκπαίδευση και στην αγορά εργασίας, ενώ αντίθετα η μειονοτική γλώσσα θεωρείται χαμηλού κύρους και αξίας, τότε μπορεί να απειληθεί η σταθερότητα της κοινωνικής και ατομικής διγλωσσίας. Και καταλήγει ότι τότε «αντί για πρόσθεση έχουμε αφαίρεση, και διαίρεση αντί για πολλαπλασιασμό».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Τριάρχη (2000) αναφερόμενη στα ψυχο-κοινωνικο-γλωσσολογικά χαρακτηριστικά της διγλωσσίας θέτει το βασικό ερώτημα πώς, πότε και γιατί χρησιμοποιεί ένα δίγλωσσο άτομο τη L1 ή τη L2 ενώ, με γνώμονα την ψυχο-κοινωνική αυτή προσέγγιση,  ορίζει τη διγλωσσία  ως «την ικανότητα που έχει αναπτύξει το άτομο να επικοινωνεί χωρίς δυσκολίες σε δύο γλωσσικά συστήματα με βάση τις δικές του ψυχολογικές, φυσιολογικές, συναισθηματικές και κοινωνικές προϋποθέσεις και λόγω της άμεσης και συνεχούς επαφής του με ένα δίγλωσσο κοινωνικοπολιτισμικό περιβάλλον».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατ’ αυτή, η προσθετική διγλωσσία επιτυγχάνεται μόνο όταν το ίδιο άτομο και το άμεσο και έμμεσο περιβάλλον, μέσα στο οποίο αναπτύσσεται, έχει θετική στάση απέναντι στην κατάκτηση και των δύο γλωσσών και η κατάκτηση μιας δεύτερης γλώσσας θεωρείται πλεονέκτημα. Συμπληρώνει δε ότι η προσθετική διγλωσσία συναντάται κυρίως σε παιδιά μικτών γάμων ή σε παιδιά της μεσαίας και ανώτερης τάξης, τα οποία ήδη από την παιδική ηλικία μαθαίνουν μια δεύτερη γλώσσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στον αντίποδα, η αφαιρετική διγλωσσία επιβάλλεται στα δίγλωσσα άτομα μέσω της κοινωνικής και πολιτικής πίεσης του περιβάλλοντος, με τη συνεχή χρήση της δεύτερης μόνο γλώσσας. Η μητρική γλώσσα παραμελείται με άμεσο αποτέλεσμα την επιβράδυνση της ανάπτυξης της. Αυτή μορφή διγλωσσίας παρουσιάζεται κυρίως σε παιδιά μειονοτήτων, «των οποίων τόσο η γλώσσα όσο και ο πολιτισμός δεν αξιολογούνται θετικά από την πλειοψηφία του περιβάλλοντος» (Τριάρχη, 2000).   Γενικά, μπορούμε να πούμε πως η γλωσσολογία ορίζει τη διγλωσσία με δύο διαφορετικούς τρόπους, και οι ορισμοί αυτοί διαφέρουν μεταξύ τους σημαντικά. Η ψυχο-γλωσσολογική θεώρηση της διγλωσσίας εστιάζει στο πώς, κάτω από ποιες συνθήκες και με ποια αιτιολογία, το (δίγλωσσο) άτομο χρησιμοποιεί τη μια ή την άλλη γλώσσα στη γλωσσική του επικοινωνία. Ως προς το ρόλο των στάσεων και των κινήτρων κατά την κατάκτηση μιας δεύτερης γλώσσας - δύο συνιστώσες για τις οποίες έγινε λόγος στις προηγούμενες παραγράφους – θα αναφερθούμε ξανά εκτενέστερα κατά την εξέταση των παραγόντων στο τέταρτο κεφάλαιο.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6126784924047014371-7736787793601329978?l=alexandrospapanis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/feeds/7736787793601329978/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/blog-post_870.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/7736787793601329978'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/7736787793601329978'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/blog-post_870.html' title='Διγλωσσία'/><author><name>Δρ. Αλέξανδρος Παπάνης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14387444323366524626</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='30' src='http://4.bp.blogspot.com/_aMH3uwQ9geM/SsEoryw5D_I/AAAAAAAAABg/OLQ43IaXIZc/S220/IMG_0119.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6126784924047014371.post-1656926188765862535</id><published>2009-09-09T11:21:00.000-07:00</published><updated>2009-09-09T11:22:14.543-07:00</updated><title type='text'>Τα αίτια της σχολικής αποτυχίας</title><content type='html'>Περίληψη&lt;br /&gt;Σκοπός της παρούσας έρευνας είναι να καταγραφούν οι απόψεις των εκπαιδευτικών για τους λόγους που οδηγούν τους μαθητές στη σχολική επιτυχία ή αποτυχία και κατά πόσο το εκπαιδευτικό σύστημα συμβάλλει σε αυτή. Επίσης, μελετά τις αντιλήψεις των εκπαιδευτικών για την αξιολόγηση και γενικότερα για το εκπαιδευτικό σύστημα και επιχειρεί να προτείνει μέτρα για τη βελτίωση του. &lt;br /&gt;Τα αίτια της σχολικής αποτυχίας είναι οι διάφορες ψυχολογικές και κοινωνικές μεταβλητές, όπως τα κίνητρα, η αυτοαντίληψη, το οικογενειακό περιβάλλον, το εκπαιδευτικό σύστημα, η προσωπικότητα του διδάσκοντος και του μαθητή κλπ.&lt;br /&gt;Το δείγμα της παρούσας έρευνας αποτελείται από 377 εκπαιδευτικούς. Από αυτούς οι  177 ( 46,9% ) είναι άνδρες και οι 200 ( 53,1% ) είναι γυναίκες. Η ηλικία των ερωτώμενων του δείγματος κυμαίνεται από 18 έως 65 ετών και άνω.&lt;br /&gt;Από την ανάλυση των αποτελεσμάτων της έρευνας διαπιστώνεται ότι το φαινόμενο της σχολικής αποτυχίας ή επιτυχίας είναι πολυπαρογοντικό και απόρροια πολλών κοινωνικών και οικονομικών αιτιολογιών. Η οικογένεια με το πολιτισμικό κεφάλαιο που κουβαλάει καθορίζει σε ένα μεγάλο ποσοστό το βαθμό και την έκταση της σχολικής επιτυχίας, καθώς και της μελλοντικής επαγγελματικής σταδιοδρομίας του μαθητή.&lt;br /&gt;Τέλος, διαφάνηκε ότι η εφαρμογή προγραμμάτων επιμόρφωσης και κατάρτισης των εκπαιδευτικών σε θέματα αντιμετώπισης των δυσκολιών των μαθητών και συμβουλευτικής γονέων είναι κάτι παραπάνω από αναγκαίο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λέξεις Κλειδιά&lt;br /&gt;Εκπαίδευση, σχολική επιτυχία/αποτυχία, κίνητρα, αυτοαντίληψη, οικογενειακό περιβάλλον, κοινωνικο-οικονομικό και πολιτισμικό υπόβαθρο, σχέσεις μαθητών-δασκάλων, αξιολόγηση, εφαρμογή προγραμμάτων επιμόρφωσης.&lt;br /&gt;Abstract&lt;br /&gt;The purpose of this research is to identify and record the views of teachers for the reasons that lead students to school success or failure respectively and the extent to which the existing educational system contributes to this. It also investigates the perceptions of the teachers about the implementation of the evaluation as a technique to assess their work. Finally, the research examines the overall effectiveness of the Greek educational system and it proposes some certain measures towards its improvement. &lt;br /&gt;The causes of school failure are the result of various psychological and social variables, such as the incentives, the student’s self-esteem, the family environment, the education system, the personality of the teacher and student, etc. &lt;br /&gt;The sample of the present research consists of 377 teachers. Of these, 177 (46.9%) are males and 200 (53.1%) are females. &lt;br /&gt;The age of respondents in the sample ranged from 18 to 65 years and above. &lt;br /&gt;A careful analysis of the survey results shows that the phenomenon of school failure or success is multi-factorial and the outcome of many social and economic reasons. The family and its cultural background determine in a large proportion the degree and the extent of both the school success and the future career of the student. &lt;br /&gt;Finally, it was more than obvious that the need for the training of the teachers in dealing with problems that usually students come up against is necessary more than ever. This effort should always be accompanied with special parental advisory programs aiming to this goal.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Key-words&lt;br /&gt;Education, school success/failure, incentives, shelf-esteem, family environment, socio-economical and cultural background, relations between teachers and students, assessment, implementation of special teacher training programs.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6126784924047014371-1656926188765862535?l=alexandrospapanis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/feeds/1656926188765862535/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/blog-post_7114.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/1656926188765862535'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/1656926188765862535'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/blog-post_7114.html' title='Τα αίτια της σχολικής αποτυχίας'/><author><name>Δρ. Αλέξανδρος Παπάνης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14387444323366524626</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='30' src='http://4.bp.blogspot.com/_aMH3uwQ9geM/SsEoryw5D_I/AAAAAAAAABg/OLQ43IaXIZc/S220/IMG_0119.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6126784924047014371.post-1304390855187047824</id><published>2009-09-09T10:57:00.000-07:00</published><updated>2009-09-09T10:58:03.277-07:00</updated><title type='text'>Εμπειρική έρευνα για τις απόψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με την εκπαίδευση και τη σχολική αποτυχία:Ψυχολογικές και κοινωνικές αποδόσεις</title><content type='html'>Περίληψη&lt;br /&gt;Σκοπός της παρούσας έρευνας είναι να καταγραφούν οι απόψεις των εκπαιδευτικών για τους λόγους που οδηγούν τους μαθητές στη σχολική επιτυχία ή αποτυχία και κατά πόσο το εκπαιδευτικό σύστημα συμβάλλει σε αυτή. Επίσης, μελετά τις αντιλήψεις των εκπαιδευτικών για την αξιολόγηση και γενικότερα για το εκπαιδευτικό σύστημα και επιχειρεί να προτείνει μέτρα για τη βελτίωση του. &lt;br /&gt;Τα αίτια της σχολικής αποτυχίας είναι οι διάφορες ψυχολογικές και κοινωνικές μεταβλητές, όπως τα κίνητρα, η αυτοεκτίμηση, το οικογενειακό περιβάλλον, το εκπαιδευτικό σύστημα, η προσωπικότητα του διδάσκοντος και του μαθητή κλπ.&lt;br /&gt;Το δείγμα της παρούσας έρευνας αποτελείται από 377 εκπαιδευτικούς. Από αυτούς οι  177 ( 46,9% ) είναι άνδρες και οι 200 ( 53,1% ) είναι γυναίκες. Η ηλικία των ερωτώμενων του δείγματος κυμαίνεται από 18 έως 65 ετών και άνω.&lt;br /&gt;Από την ανάλυση των αποτελεσμάτων της έρευνας διαπιστώνεται ότι το φαινόμενο της σχολικής αποτυχίας ή επιτυχίας είναι πολυπαρογοντικό και απόρροια πολλών κοινωνικών και οικονομικών αιτιολογιών. Η οικογένεια με το πολιτισμικό κεφάλαιο που κουβαλάει καθορίζει σε ένα μεγάλο ποσοστό το βαθμό και την έκταση της σχολικής επιτυχίας, καθώς και της μελλοντικής επαγγελματικής σταδιοδρομίας του μαθητή.&lt;br /&gt;Τέλος, διαφάνηκε ότι η εφαρμογή προγραμμάτων επιμόρφωσης και κατάρτισης των εκπαιδευτικών σε θέματα αντιμετώπισης των δυσκολιών των μαθητών και συμβουλευτικής γονέων είναι κάτι παραπάνω από αναγκαίο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λέξεις Κλειδιά&lt;br /&gt;Σχολική επιτυχία/αποτυχία, κίνητρα, αυτοεκτίμηση, οικογενειακό περιβάλλον, κοινωνικο-οικονομικό και πολιτισμικό υπόβαθρο, σχέσεις μαθητών-δασκάλων, αξιολόγηση&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Abstract&lt;br /&gt;The purpose of this research is to identify and record the views of teachers for the reasons that lead students to school success or failure respectively and the extent to which the existing educational system contributes to this. It also investigates the perceptions of the teachers about the implementation of the evaluation as a technique to assess their work. Finally, the research examines the overall effectiveness of the Greek educational system and it proposes some certain measures towards its improvement. &lt;br /&gt;The causes of school failure are the result of various psychological and social variables, such as the incentives, the student’s self-esteem, the family environment, the education system, the personality of the teacher and student, etc. &lt;br /&gt;The sample of the present research consists of 377 teachers. Of these, 177 (46.9%) are males and 200 (53.1%) are females. &lt;br /&gt;The age of respondents in the sample ranged from 18 to 65 years and above. &lt;br /&gt;A careful analysis of the survey results shows that the phenomenon of school failure or success is multi-factorial and the outcome of many social and economic reasons. The family and its cultural background determine in a large proportion the degree and the extent of both the school success and the future career of the student. &lt;br /&gt;Finally, it was more than obvious that the need for the training of the teachers in dealing with problems that usually students come up against is necessary more than ever. This effort should always be accompanied with special parental advisory programs aiming to this goal.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Key-words&lt;br /&gt;School success/failure, incentives, self-esteem, family environment, socio-economical and cultural background,&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6126784924047014371-1304390855187047824?l=alexandrospapanis.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/feeds/1304390855187047824/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/blog-post_09.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/1304390855187047824'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6126784924047014371/posts/default/1304390855187047824'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://alexandrospapanis.blogspot.com/2009/09/blog-post_09.html' title='Εμπειρική έρευνα για τις απόψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με την εκπαίδευση και τη σχολική αποτυχία:Ψυχολογικές και κοινωνικές αποδόσεις'/><author><name>Δρ. Αλέξανδρος Παπάνης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14387444323366524626</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='30' src='http://4.bp.blogspot.com/_aMH3uwQ9geM/SsEoryw5D_I/AAAAAAAAABg/OLQ43IaXIZc/S220/IMG_0119.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry></feed>
